Ο κ. Γεραπετρίτης άνοιξε τη συνέντευξη αναφερόμενος στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, εκφράζοντας την πεποίθηση πως το σχέδιο θα υλοποιηθεί και υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό του χαρακτήρα: «Η ηλεκτρική ένωση των δύο χωρών, που θα βάλει τέλος στην ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, προχωρά. Δεν είναι θεωρητικό. Στο πεδίο έχουμε αποδείξει πως, όταν πρόκειται για την άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με βάση το εθνικό συμφέρον και το διεθνές δίκαιο, δεν κάνουμε πίσω, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε πως θα υπάρξουν αντιδράσεις από τους γείτονές μας. Ήμασταν προετοιμασμένοι».
Σχολίασε ακόμη πως η ενεργητική εξωτερική πολιτική της χώρας προκαλεί αναμενόμενα αντανακλαστικά. «Η Ελλάδα δεν ορίζεται από άλλους. Πλέον δεν απλώς αντιδρούμε, αλλά δρούμε αποφασιστικά. Και αυτό έχει αναβαθμίσει τη θέση μας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο», ανέφερε.
Σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο υπουργός σημείωσε πως η συνεργασία με την Άγκυρα έχει μειώσει αισθητά τόσο τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου όσο και τις ροές παράτυπων μεταναστών. «Η σχέση μας με την Τουρκία είναι δομημένη, χωρίς αυταπάτες για τις βαθιές διαφορές μας», υπογράμμισε.
Στο ζήτημα της Λιβύης και τη φημολογία για πιθανή κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από πλευράς Χαφτάρ, ο κ. Γεραπετρίτης ξεκαθάρισε: «Έχουμε επαναφέρει τις επαφές και με τις δύο πλευρές στη Λιβύη, Ανατολή και Δύση. Ξεκινάμε τεχνικές συζητήσεις για οριοθέτηση ΑΟΖ. Και οι ροές παράτυπων μεταναστών από το νότο έχουν μειωθεί κατά 80%. Όσο για το μνημόνιο, ακόμη και αν κυρωθεί, δεν αποκτά νομική ισχύ – είναι απολύτως αβάσιμο. Θα επηρέαζε βεβαίως τις σχέσεις μας, αλλά προς το παρόν δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Δεν πρέπει να κάνουμε μικροπολιτική πάνω σε τέτοια σοβαρά θέματα».
Αναφερόμενος στη Μέση Ανατολή και τις επιθέσεις που δέχεται η Ελλάδα για τη στενή της σχέση με το Ισραήλ, δήλωσε: «Στηρίζουμε πλήρως την άμεση παύση των συγκρούσεων, την άνευ όρων επιστροφή των ομήρων και προωθούμε τη λύση των δύο κρατών ως τη μοναδική προοπτική που εξασφαλίζει τόσο την ανεξαρτησία των Παλαιστινίων όσο και την ασφάλεια του Ισραήλ. Δεν τίθεται ερώτημα αν θα αναγνωρίσουμε παλαιστινιακό κράτος, αλλά πότε – και αυτό θα γίνει μέσα από θεσμική, πολιτική διαδικασία στο πλαίσιο του ΟΗΕ».
Για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία: «Είμαι περήφανος που μετά από επτά χρόνια αδράνειας ξεκίνησαν άτυπες συζητήσεις. Επιδιώκουμε μια δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση στη βάση των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Το Κυπριακό αποτελεί θεμελιώδη εθνική προτεραιότητα και θα εξαντλήσουμε κάθε προσπάθεια για την επανένωση της νήσου».
Σε ερώτηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αυξημένη διπλωματική κινητικότητα, απάντησε: «Παρά την αυξημένη διπλωματική δραστηριότητα, δεν βρισκόμαστε ακόμη κοντά σε μια βιώσιμη ειρήνη. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία συμφωνία χωρίς την Ουκρανία στο τραπέζι. Πρόκειται για έναν επιθετικό πόλεμο που παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο. Η προτεραιότητα είναι η αποκατάσταση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας».
Και συμπλήρωσε: «Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε την Ουκρανία με ανθρωπιστική και αναπτυξιακή βοήθεια, συμμετέχοντας ενεργά στα διεθνή φόρα, αλλά δεν προβλέπεται ελληνική στρατιωτική εμπλοκή σε μηχανισμούς ασφαλείας».
Αναφορικά με τη Μονή Σινά και τις τελευταίες εξελίξεις, ο υπουργός ανέφερε: «Δεν εμπλεκόμαστε στα εσωτερικά εκκλησιαστικά θέματα της Μονής. Τα παρακολουθούμε προσεκτικά, καθώς ενέχουν κινδύνους περιπλοκής. Βρισκόμαστε σε συνεργασία με τις αιγυπτιακές αρχές. Η υπόθεση είναι σύνθετη: δεν υπάρχει νομική ρύθμιση για τη Μονή, παρότι λειτουργεί επί 15 αιώνες».
Τέλος, μιλώντας για τις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ, επισήμανε τη σταθερότητα της συνεργασίας των δύο χωρών: «Η σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι στρατηγικής φύσης και ξεπερνά τις προσωπικότητες. Διατηρούμε ανοιχτούς διαύλους με την κυβέρνηση και το Κογκρέσο σε όλα τα επίπεδα. Ήμουν από τους πρώτους ΥΠΕΞ που συναντήθηκαν με τον Μάρκο Ρούμπιο στην Ουάσιγκτον, λίγο αφότου ανέλαβε καθήκοντα, και η σχέση μας είναι εξαιρετική».