Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που οι λέξεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος από τα ίδια τα γεγονότα. Και τότε η μνήμη γίνεται καθρέφτης.
Κάποτε, από το βήμα της Βουλής, ο Αντώνης Σαμαράς είχε πει για τον Σταύρο Παπασταύρου μια φράση που έμεινε:
«Μακάρι να υπήρχαν δέκα Παπασταύρου στην Ελλάδα.» !!
Ήταν μια δημόσια πράξη εμπιστοσύνης. Μια υπεράσπιση ενός συνεργάτη σε μια δύσκολη περίοδο για τη χώρα.
Άριστος νομικός δεν σημαίνει πάντα και άριστος πολιτικός
Στη δημόσια αντιπαράθεση για τη σύμβαση με τη Chevron ειπώθηκε η φράση που προκάλεσε αίσθηση:
«Δεν έχετε τη σωστή πληροφόρηση… αδικείτε τον εαυτό σας.»
Η φράση απευθυνόταν από τον ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ στον ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑ. Όμως αν εξεταστεί σοβαρά η υπόθεση, το ερώτημα «ποιος αδικεί τελικά τον εαυτό του» να αποκτά διαφορετική διάσταση.
Το νομικό πλαίσιο είναι σαφές. Η σύμβαση παραχώρησης υδρογονανθράκων είναι μεταξύ: Ελληνικού Δημοσίου (μέσω ΕΔΕΥΕΠ) και κοινοπραξίας εταιρειών (Chevron – HELLENiQ Energy).
Δεν πρόκειται για διακρατική συμφωνία. Άρα δεν μπορεί να καθορίσει σύνορα, δεν μπορεί να εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα, δεν μπορεί να αναγνωρίσει διεκδικήσεις άλλων κρατών.
Σε αυτό το σημείο το επιχείρημα του υπουργού μπορεί και να είναι νομικά σωστό.
Όπως θετικό είναι και ότι η Chevron υπογράφοντας με την Ελλάδα για έρευνες νότια της Κρήτης είναι σαν να αποδέχεται ότι η περιοχή ανήκει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Το επίμαχο σημείο, όπως προκύπτει από τη δημόσια αντιπαράθεση, είναι ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαβάζει μια ρήτρα της σύμβασης Chevron ως έμμεση αποδοχή ότι η μισθωμένη περιοχή μπορεί στο μέλλον να μικρύνει αν υπάρξει οριοθέτηση με γειτονικό ή γειτονικά κράτη· γι’ αυτό τη συνδέει πολιτικά με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η δική του κριτική είναι ότι έτσι «νομοθετείται» μέσω κρατικής εταιρείας ΕΛΠΕ ένα ενδεχόμενο απομείωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι οι παλαιότερες συμβάσεις υδρογονανθράκων της Ελλάδας (2014-2019) για Ιόνιο και Κρήτη είχαν διαφορετική λογική διατύπωσης σε σχέση με αυτή που τώρα προκαλεί την αντιπαράθεση. Η ρήτρα όμως δεν έμπαινε . Η ρήτρα δεν ήταν νομικά απαραίτητη άρα η εισαγωγή της έχει περισσότερο πολιτική σημασία.
Ακόμη και χωρίς ρήτρα, μια αλλαγή οριοθέτησης ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας δεν θα δημιουργούσε αυτομάτως ευθύνη του Δημοσίου.
Με την παλιά διατύπωση αν γινόταν οριοθέτηση στο μέλλον η σύμβαση αυτόματα ακολουθούσε το διεθνές δίκαιο. Δεν υπήρχε ανάγκη να αναφερθεί : «σε περίπτωση συμφωνίας με ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη».
Στο πολιτικό επίπεδο, ο Σαμαράς λέει ότι ακόμη και η εισαγωγή τέτοιας ρήτρας σε κυρωμένο κείμενο στέλνει λάθος μήνυμα, επειδή αποτυπώνει ως πιθανό ένα σενάριο συρρίκνωσης του χώρου παραχώρησης.
Η πλευρά Σαμαρά υποστηρίζει ότι η διατύπωση δεν ήταν απαραίτητη και δημιουργεί πολιτικό προηγούμενο.
Η κριτική Σαμαρά δεν είναι νομική. Είναι πολιτική και διπλωματική.
Εστιάζει στη διατύπωση της ρήτρας που προβλέπει πιθανή προσαρμογή της περιοχής εάν υπάρξει συμφωνία με «ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη».
Η ανησυχία του αφορά το μήνυμα που εκπέμπεται, όχι την νομική ισχύ της σύμβασης.
Στην αντιπαράθεση που άνοιξε για τη σύμβαση με τη Chevron, τα θέματα δεν είναι μόνο νομικά και οικονομικά είναι και πολιτικά. Η ανησυχία Σαμαρά ήταν πολιτική “το τριεθνές σημείο δεν αφορά τα πλευρικά όρια, η Αίγυπτος δεν έχει αντιρρήσεις, άρα η ρήτρα δεν εξηγείται από το επιχείρημα αυτό, η σύμβαση δεν ακυρώνει το τουρκολιβυκό, όπως είχε παρουσιαστεί.
Η αντιπαράθεση δεν είναι νομική. Είναι ερμηνευτική, διπλωματική, πολιτική.
Το ερώτημα είναι αν ένας άριστος νομικός θυμάται ότι στην πολιτική δεν αρκεί να έχει δίκιο στο δίκαιο.
Υπάρχει κάτι που η σοβαρή πολιτική δεν πρέπει να χάνει: τη μνήμη και το μέτρο.
Όταν κάποιος που αναδείχθηκε πολιτικά από έναν άνθρωπο εμφανίζεται να τον διορθώνει δημόσια με τρόπο σχεδόν διδακτικό, τότε το ζήτημα δεν είναι πια ποιος έχει δίκιο σε μια σύμβαση ή σε μια πολιτική επιλογή.
Έτσι το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος «αδικεί τον εαυτό του».
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο. Μια τεχνική ρήτρα σε μια ενεργειακή σύμβαση με εύλογες πολιτικές εξελίχθηκε σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, σε μια προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο «μαθητής» ξεπέρασε τον «δάσκαλο».
Γιατί ο ενήμερος ή άριστος νομικός δεν είναι απαραίτητα και άριστος πολιτικός.
Η πολιτική έχει και μια άλλη διάσταση . Τη μνήμη, το μέτρο και την επίγνωση ποιος σου έδωσε κάποτε το βήμα για να σταθείς εκεί που βρίσκεσαι σήμερα.
Η πολιτική διαφωνία είναι θεμιτή. Οι ρόλοι αλλάζουν, οι θέσεις διαφοροποιούνται, οι συγκυρίες μεταβάλλονται. Αυτό είναι μέρος της δημοκρατικής ζωής.
Η πραγματική πολιτική ωριμότητα δεν είναι να ξεπεράσεις τον δάσκαλο.
Είναι να θυμάσαι ποιος σου έδωσε την ευκαιρία να σταθείς στο ίδιο βήμα.
Πολλοί πολίτες θεωρούν ότι η πολιτική θα έπρεπε να διατηρεί σεβασμό στις προηγούμενες σχέσεις, μέτρο στον δημόσιο λόγο και μια στοιχειώδη αίσθηση ευγνωμοσύνης.
Οι πολίτες έχουν κουραστεί να βλέπουν στην πολιτική: αχαριστία , υποκρισία, νομικά που κρύβουν οικονομικά συμφέροντα που πολλές φορές καταλήγουν σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος .