Υπάρχουν στιγμές που η αλήθεια αποκαλύπτεται από μόνη της. Όταν ο τότε υπουργός Ενέργειας Κώστας Σκρέκας δήλωνε ότι «η φορολόγηση των υπερκερδών στα διυλιστήρια χρηματοδοτεί την καταπολέμηση της ακρίβειας», ουσιαστικά παραδεχόταν δημόσια πού παράγεται το πρόβλημα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ομολογία για το πού βρίσκεται η αισχροκέρδεια.
Αν υπάρχουν υπερκέρδη, κάποιος τα πληρώνει. Και τα πληρώνει ο πολίτης στην αντλία.
Αντί όμως να αντιμετωπιστεί η στρέβλωση στην αγορά καυσίμων, επιλέχθηκε η γνωστή πολιτική των κατεργάρηδων: αφήνεις τα υπερκέρδη να δημιουργηθούν, παίρνεις μετά ένα μικρό μέρος τους πίσω και το παρουσιάζεις ως κοινωνική πολιτική.
Μόνο που ο λογαριασμός έχει ήδη περάσει από το ταμείο. Και τον έχει πληρώσει η κοινωνία.
Αυτή είναι η πιο καθαρή απόδειξη για το πού δημιουργείται το πρόβλημα στην αγορά καυσίμων. Όχι στο πρατήριο της γειτονιάς, αλλά εκεί όπου παράγονται τα υπερκέρδη που μετά παρουσιάζονται ως πηγή… κοινωνικής πολιτικής.
Έτσι δημιουργείται το μεγάλο παράδοξο της ελληνικής αγοράς καυσίμων: το κράτος εμφανίζεται από τη μία ως ρυθμιστής που υποτίθεται ότι προστατεύει τον καταναλωτή και από την άλλη ως μέτοχος που επωφελείται από την κερδοφορία των διυλιστηρίων.
Με απλά λόγια, το ίδιο το κράτος συμμετέχει στα κέρδη του συστήματος που καταγγέλλει ως πηγή ακρίβειας. Και μετά επιστρέφει ένα μικρό μέρος αυτών των χρημάτων ως δήθεν «μέτρα στήριξης».
Είναι η πολιτική λογική που μοιάζει με εκείνη των κατεργάρηδων : αφήνεις το σύστημα να δημιουργεί υπερκέρδη, παίρνεις μετά ένα μικρό ποσοστό πίσω και το παρουσιάζεις ως προστασία της κοινωνίας.
Επειδή κάποιοι σε δημοσιογραφικές ερωτήσεις επαΐοντες (Γενικοί Γραμματείς και Πρόεδροι Εμπορικών Επιμελητηρίων) παριστάνουν ότι «δεν γνωρίζουν» πώς τιμολογούν τα διυλιστήρια, καλό είναι να τελειώνει η κοροϊδία.
Η τιμή πώλησης των διυλιστηρίων προς τις εταιρείες εμπορίας δεν είναι μυστήριο. Υπολογίζεται με γνωστό τύπο: (HCIF + PR + (Cm + Ca)) × (€/ $) × 1,005 × D
Όπου HCIF είναι ο μέσος όρος των διεθνών τιμών όπως δημοσιεύονται στο Platt’s European Marketscan για φορτία HIGH CIF MED Genova/Lavera τεσσάρων ημερών.
Άρα το κρίσιμο σημείο δεν είναι η διεθνής τιμή. Το πραγματικό ερώτημα είναι το PR, δηλαδή το περιθώριο των Διυλιστηρίων.
Και εδώ γεννάται το προφανές ερώτημα:
Γιατί δεν μπαίνει πλαφόν στο PR;
Αντί να αισχροκερδούν τα Διυλιστήρια γιατί αναλογικά να μην κερδίζουν 1 λεπτό που είναι τεράστιο κερδος στον όγκο πωλήσεών των ;
Φαίνεται ότι το πλαφόν που βάζει το Κράτος στα πρατήρια , τα διυλιστήρια για τα δικά τους εταιρικά πρατήρια μπορούν να το παίρνουν πίσω μέσω της ανεξέλεγκτης αύξησης τιμής των προς τις εταιρείες.
Η πίεση προς τα μη εταιρικά πρατήρια των Διυλιστηρίων καταλήγει στην ενίσχυση του μονοπωλίου δια της απορροφήσεώς των. Είναι η εφαρμοστέα πολιτική του συγκεντρωτισμού που εξυπηρετείται μέσω του λαϊκισμού.
Αν πραγματικά ήθελαν να χτυπήσουν την ακρίβεια, θα ρύθμιζαν το περιθώριο εκεί που δημιουργείται η υπεραξία — στην πηγή της τιμολόγησης.
Αντί γι’ αυτό, ακούμε διαρκώς για πλαφόν αλλού, για «μέτρα» και για δήθεν καταπολέμηση της ακρίβειας.
Η εξήγηση είναι απλή: όταν το ίδιο το κράτος είναι συνέταιρος στα διυλιστήρια, η σύγκρουση συμφερόντων δεν είναι θεωρία. Είναι το ίδιο το σύστημα τιμολόγησης.
Όταν το κράτος είναι μέτοχος των ΕΛΠΕ γίνεται μέτοχος της αισχροκέρδειας για αυτό δεν βαζει πλαφον στα Διυλιστηρια.
Κανένας πολιτικός δεν τόλμησε ποτέ να αγγίξει τα διυλιστήρια. Εκεί όλοι είναι ενωμένοι. Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις σταματούν ακριβώς στο σημείο που αρχίζει η πραγματική πηγή των κερδών.
Και όταν γίνεται δημόσια συζήτηση για το θέμα, συνήθως είναι προσυνεννοημένη για λόγους λαϊκισμού.
Στην πράξη, όμως, όλοι κάνουν το αντίθετο από αυτό που λένε.
Πλαφόν για τα πρατήρια, όχι για τα διυλιστήρια – Ποιος είναι τελικά ο «κατεργάρης»;