ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ
Κατά την ασκούμενη κριτική, η απόφαση ερμήνευσε περιοριστικά τις σχετικές διατάξεις, απαιτώντας προηγούμενη έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου για πράξη που, κατά τον ισχυρισμό του διαδίκου, εντασσόταν στις τρέχουσες και συνήθεις συναλλαγές της εταιρείας και ως εκ τούτου εξαιρούνταν από την υποχρέωση αυτή.
Περαιτέρω, δεν φαίνεται να αξιολογήθηκε επαρκώς το ίδιο το καταστατικό της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε δυνατότητα άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Κατά συνέπεια, η απόφαση εμφανίζεται να παραμερίζει όχι μόνο την εμπορική πραγματικότητα της συγκεκριμένης συναλλαγής αλλά και την καταστατική αυτονομία της εταιρείας, δηλαδή τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία έχει οργανώσει τη λειτουργία και την εκπροσώπησή της.
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗΣ
Η ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΓΡΑΦΟ
Κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς, το απόγραφο εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη καταβολή των νόμιμων τελών που προσδιορίζουν το εκτελεστό ποσό και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοσή του. Εφόσον η επιταγή προς εκτέλεση αντλεί τη νομική της υπόσταση από το απόγραφο, η παράκαμψη του ζητήματος αυτού δημιουργεί εύλογο προβληματισμό ως προς την πληρότητα του ελέγχου της εκτελεστικής διαδικασίας.
Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Έτσι, αντί να αξιολογηθεί η νομιμότητα της συγκεκριμένης πράξης που προτάθηκε ως λόγος απόσβεσης της απαίτησης, η κρίση μετατοπίζεται σε άλλο πραγματικό και νομικό πεδίο. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ
Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά ουσιώδης. Εάν πράγματι η εκχώρηση εντασσόταν στις συνήθεις εταιρικές συναλλαγές, τότε η νομική της αξιολόγηση όφειλε να λάβει υπόψη τον πραγματικό οικονομικό και εμπορικό χαρακτήρα της πράξης και όχι να αντιμετωπιστεί ως απλή μεταβίβαση περιουσίας.
Η ΠΑΡΑΒΛΕΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ
Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 281 ΑΚ
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε ως εξαιρετικός μηχανισμός αποτροπής προφανώς καταχρηστικών συμπεριφορών και όχι ως γενικό εργαλείο περιορισμού της πρόσβασης του πολίτη στη δικαστική προστασία. Η νομολογία έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η εφαρμογή της πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη φειδώ, ιδίως όταν πρόκειται για την άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων και ενδίκων βοηθημάτων.
Όταν, όμως, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος οδηγεί στην απόρριψη ουσιωδών αιτιάσεων χωρίς πλήρη και ειδική εξέταση των πραγματικών και νομικών δεδομένων που τις στηρίζουν, δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα ως προς τα όρια της δικαστικής κρίσης, την ποιότητα της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας και την αποτελεσματικότητα των δικονομικών εγγυήσεων που το ίδιο το κράτος δικαίου οφείλει να διασφαλίζει.
ΤΟ ΕΣΦΑΛΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ
Εκπέμπει το μήνυμα ότι μπορεί να επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση επί απαιτήσεων των οποίων η απόσβεση προβάλλεται με συγκεκριμένα νομικά και πραγματικά στοιχεία, χωρίς να εξετάζονται με την απαιτούμενη πληρότητα οι σχετικοί ισχυρισμοί.
Εκπέμπει το μήνυμα ότι η έκδοση και χρήση επιταγών προς εκτέλεση μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν υφίστανται σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς τη νομιμότητα του εκτελεστού τίτλου και ειδικότερα ως προς το απόγραφο που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελεστικής διαδικασίας.
Εκπέμπει το μήνυμα ότι τραπεζικοί λογαριασμοί πολιτών μπορούν να παραμένουν δεσμευμένοι, παρά την προβολή ισχυρισμών περί απόσβεσης της απαίτησης, μέσω της ακύρωσης εκχώρησης η οποία, κατά τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, δεν αποσκοπούσε σε μεταβίβαση περιουσίας αλλά στην εξόφληση τρέχουσας εταιρικής συναλλαγής, εντασσόμενης στη συνήθη εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας.
Εκπέμπει το μήνυμα ότι η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να στηρίζεται σε επιταγή της οποίας το θεμέλιο —το απόγραφο— βαρύνεται με ανοιχτά ζητήματα νομιμότητας σχετικά με τα οφειλόμενα τέλη προς το Δημόσιο, χωρίς να ενεργοποιείται ουσιαστικός αυτεπάγγελτος έλεγχος των σχετικών προϋποθέσεων.
Τέλος, εκπέμπει το μήνυμα ότι ακόμη και η ύπαρξη προγενέστερου νομικού κωλύματος, όπως η κατάσχεση εις χείρας τρίτου και η συνακόλουθη απαγόρευση εγκύρου απόδοσης του επίδικου ποσού, μπορεί να μην αναδεικνύεται ως κρίσιμο στοιχείο της δικαστικής αξιολόγησης.
Αν αυτή είναι πράγματι η κατεύθυνση που διαμορφώνεται, τότε δεν πλήττεται μόνο ο συγκεκριμένος διάδικος. Πλήττεται η ασφάλεια δικαίου, η προβλεψιμότητα των δικαστικών κρίσεων και η εμπιστοσύνη των πολιτών ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα λειτουργεί εντός των αυστηρών ορίων που θέτει ο νόμος.
Δικηγόροι που κινούνται μετά από απόσβεση απαίτησης χρησιμοποιώντας κάθε μέσο , παραπλανώντας ακόμα και έκδοση απογράφων δεν υπηρετούν το λειτούργημα αλλά κάτι άλλο. Ο έλεγχος αυτός οφείλει να ολοκληρωθεί.
Η μάχη απέναντι σε αυτό που ένας πολίτης αντιλαμβάνεται ως δικαστική αυθαιρεσία δεν είναι προσωπική αντιπαράθεση με δικαστικούς λειτουργούς. Είναι μάχη για την προστασία της νομιμότητας, για την ουσιαστική δικαστική προστασία και, τελικά, για την ίδια την αξιοπιστία του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.
