TTF που είχε άμεσες αρνητικές συνέπειες στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, όπου κυριάρχησαν φαινόμενα έντονης μεταβλητότητας των τιμών.
Η κρίση ανάγκασε τις κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων κα η ελληνική, να παρέμβουν με επιδοτήσεις και μηχανισμούς ανάκτησης υπερεσόδων από τους παραγωγούς κα παρόχους ενέργειας.
Παράλληλα, επιτάχυνε τις επενδύσεις σε ΑΠΕ και οδήγησε σε αναγκαστική διαφοροποίηση των προμηθειών LNG.
Σταδιακά, από το 2023 και εντεύθεν, η αγορά πέρασε σε φάση σχετικής εξομάλυνσης.
Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ, η ραγδαία υποχώρηση των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου και η επάρκεια αποθεμάτων, περιόρισαν τις ακραίες διακυμάνσεις.
Σήμερα, η αποκλιμάκωση της χονδρεμπορικής τιμής στον ηλεκτρισμό αντανακλά τις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες για την εποχή, με κύριο χαρακτηριστικό το άλμα στην ηλιακή και την αιολική παραγωγή.
Το όλο σκηνικό ενισχύει η μεγάλη συμμετοχή των υδροηλεκτρικών στο μείγμα καυσίμου, που φθάνει ακόμη και στο 25% και τούτο χάρη στα αυξημένα αποθέματα στους ταμιευτήρες της ΔΕΗ.
Ασφαλώς, στη διολίσθηση των τιμών στον ηλεκτρισμό συμβάλουν οι χαμηλότερες τιμές του φυσικού αερίου, σε σύγκριση με τα αδιανόητα επίπεδά τους κατά την περίοδο της μεγάλης κρίσης, το 2022.
Σε αντίθεση με την περίοδο αμέσως μετά το 2022, όταν τα futures του αερίου στο TTF, κινούνταν πάνω από τα 200–300 ευρώ/MWh, τα σημερινά επίπεδα διακύμανσης μεταξύ 31-35 ευρώ/MWh, δείχνουν μια αγορά που έχει πετύχει να απορροφήσει το σοκ, χωρίς όμως να έχει επιστρέψει στα προ κρίσης ιστορικά χαμηλά της.
Υπ’ αυτή την έννοια, η εκτιμώμενη μείωση τουλάχιστον κατά 10% στα «πράσινα», κυμαινόμενα τιμολόγια ακολουθεί τα όσα έχουν καταγραφεί όλη την προηγούμενη περίοδο, κατά την οποία το μεγαλύτερο μέρος των προμηθευτών απορρόφησε μέρος της αύξησης της χονδρεμπορικής τιμής στον ηλεκτρισμό.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ιδίως όταν ληφθεί υπόψη ότι η μείωση σημειώθηκε σε μια αγορά όπου η προσαρμογή δεν είναι αυτόματη καθώς η λιανική τιμολόγηση εξαρτάται από την εκάστοτε εμπορική στρατηγική, την αντιστάθμιση κινδύνου και τον ανταγωνισμό.
Η ΔΕΗ, που κατέχει περίπου το 60% των συμβολαίων σε «πράσινα» τιμολόγια είχε διατηρήσει σταθερή τιμή, ύψους 0,1392 ευρώ/kWh για συνεχόμενους τρεις μήνες. Πλέον, η νέα συγκυρία δημιουργεί περιθώριο αναπροσαρμογής, αλλά και διαφοροποίησης στην πολιτική τιμολογήσεων μεταξύ των εταιρειών.
Η ενεργειακή κρίση επιτάχυνε, την εγκατάσταση των λεγόμενων έξυπνων μετρητών, ανέδειξε την ανάγκη διαχείρισης φορτίου και επιτάχυνε τη μετάβαση στα νέα δυναμικά μοντέλα τιμολόγησης του ρεύματος.
Σε μια αγορά που έχει αποτινάξει, πλέον, το φόβο των ελλείψεων αλλά από τη μεταβλητότητα των ΑΠΕ, τα δυναμικά τιμολόγια επιτρέπουν, αρχικά, σε επιχειρήσεις και σε δεύτερο στάδιο, σε οικιακούς καταναλωτές, να εκμεταλλεύονται τις ώρες χαμηλού κόστους.
Σε κάθε περίπτωση, η διολίσθηση της χονδρεμπορικής τιμής στον ηλεκτρισμό, τον μήνα που διανύουμε δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά αποδεικνύει ότι η εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει απομακρυνθεί οριστικά από την περίοδο της κρίσης και των ακραίων τιμών που επικράτησαν μετά το 2022, και βαίνει προς μια φάση μεγαλύτερης ισορροπίας, στην οποία τον καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν ο αυξημένος ρόλος των ΑΠΕ και των μεγάλων υδροηλεκτρικών έργων, καθώς και οι νέες ευέλικτες εμπορικές πρακτικές τιμολόγησης της ενέργειας που δίνουν την εικόνα μιας αγοράς σε τροχιά ωρίμανσης.