Για μία ακόμη χρονιά η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (CPI) της Διεθνούς Διαφάνειας (Transparency International), επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα της διαφθοράς παραμένει βαθιά και δομικά ριζωμένο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του CPI 2025, η Ελλάδα συγκεντρώνει 50 μονάδες με άριστα το 100, και καταλαμβάνει την 56η θέση παγκοσμίως μεταξύ 182 χωρών, ισοβαθμώντας με το Μπαχρέιν, τη Γεωργία και την Ιορδανία.
Στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική:
η Ελλάδα έχει καλύτερη βαθμολογία μόνο από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία, την Κροατία και τη Μάλτα, χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Αντίθετα, η Κύπρος βρίσκεται αισθητά υψηλότερα, με 55 μονάδες και 49η θέση, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η ελληνική υστέρηση δεν είναι «γεωγραφικά αναπόφευκτη», αλλά πολιτικά και θεσμικά προσδιορισμένη.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας 29% των Ελλήνων δηλώνει ότι η κατάσταση χειροτέρευσε τους τελευταίους 12 μήνε
Πρόκειται για ποσοστά που διαψεύδουν κάθε αφήγημα «θεσμικής κανονικότητας» και αποτυπώνουν καθημερινές εμπειρίες διοικητικής αυθαιρεσίας και διαφθοράς χαμηλού επιπέδου.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη κανόνων, αλλά η απουσία λογοδοσίας.
Η διαπλοκή δεν εκδηλώνεται μόνο με παράνομες συναλλαγές. Εκδηλώνεται με επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, και με πολιτικές αποφάσεις που λειτουργούν ως φίλτρο αποκλεισμού για όποιον δεν ανήκει στο «σύστημα».
Όπου ο νόμος εφαρμόζεται ανάλογα με το ποιος είσαι και ποιον εκπροσωπείς, εκεί δεν υπάρχει κράτος δικαίου. Υπάρχει διαπλοκή, ατιμωρησία και θεσμική παρακμή.
Αν πολιτικοί λειτουργούν ως μηχανισμός εξυπηρέτησης ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων, τότε δεν μιλάμε απλώς για κακή διακυβέρνηση. Μιλάμε για διαφθορά και διαπλοκή σε θεσμικό επίπεδο.
Αν το πολιτικό σύστημα στοχοποιεί όσους επιχειρούν να αναπτυχθούν με υγιείς, διαφανείς και νόμιμους τρόπους, μπλοκάρει ή καθυστερεί επενδύσεις και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες , τα δίνει όλα και ταυτόχρονα προστατεύει τους ισχυρούς, ακόμη και όταν αυτοί έχουν σαφώς παρεκκλίνει από τον νόμο,τότε καταλύεται κάθε έννοια ισονομίας και ελεύθερου ανταγωνισμού.
Το πρόβλημα της διαπλοκής εντοπίζεται στη συντήρηση ενός μηχανισμού με συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας.
Ενός μηχανισμού όπου τα ουσιώδη, κρίσιμα και αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά αποσιωπώνται, αγνοούνται ή “εξατμίζονται”, ενώ διατηρούνται επιλεκτικά μόνο εκείνα που είναι λειτουργικά χρήσιμα για να στηρίξουν μια ήδη προκαθορισμένη νομική υπαγωγή, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να τεμαχίζεται, να αποδομείται και να ανασυντίθεται τεχνητά, ώστε να χωρέσει στον κανόνα δικαίου που εξυπηρετεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Δεν πρόκειται για αδυναμία κρίσης. Πρόκειται για μέθοδο.
Η δικαστική κρίση εμφανίζεται τυπικά σύννομη, η αιτιολογία φαίνεται επαρκής, αλλά το ουσιαστικό δίκαιο έχει προηγουμένως αποκοπεί από τη βάση του. Η αλήθεια δεν αντικρούεται· παρακάμπτεται.
Το «Παρατηρητήριο Δικαιοσύνης» (Justice Watch) συγκροτείται από μεγάλα δικηγορικά γραφεία που ταυτόχρονα εκπροσωπούν μεγαλοσχήμονες πελάτες, που κάνουν το παν για να μην υπάρχει πρόσβαση σε ασθενέστερους αντιδίκους των τότε δεν μιλάμε για διαφάνεια.
Όταν ο «ελεγκτής» είναι ταυτόχρονα ενεργό μέρος του προβλήματος, η διαδικασία δεν αποσκοπεί στην απόδοση δικαίου αλλά στον έλεγχο του αφηγήματος, στη νομιμοποίηση στρεβλών αποφάσεων και στη θωράκιση ισχυρών συμφερόντων από κάθε ουσιαστική κρίση. Μιλάμε για σύγκρουση συμφερόντων με θεσμικό προσωπείο.
Πώς μπορεί να γίνει λόγος για διαφάνεια όταν οι ίδιοι που εμφανίζονται ως θεσμικοί εγγυητές είναι νομικοί υπερασπιστές καρτελικών δομών, η «κριτική» στη Δικαιοσύνη ασκείται επιλεκτικά, και οι αποφάσεις που ευνοούν τους ισχυρούς βαφτίζονται «ορθολογικές», ενώ όσες αποκαθιστούν τη νομιμότητα χαρακτηρίζονται «ακραίες» ή «επικίνδυνες»;
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι πόσο γρήγορα εκδίδονται οι αποφάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ελέγχονται τα πρόδηλα δήθεν “σφάλματα” .
Η επιτάχυνση χωρίς λογοδοσία δεν αποτελεί μεταρρύθμιση. Αποτελεί θεσμική συγκάλυψη.
Όταν ο εκσυγχρονισμός εστιάζει αποκλειστικά σε χρονοδιαγράμματα, αγνοεί την ποιότητα της δικαστικής κρίσης, και αποφεύγει κάθε ουσιαστικό έλεγχο, τότε το σύστημα απλώς παράγει ταχύτερα άδικες αποφάσεις.
Ιδίως όταν βρισκόμαστε μπροστά σε πρόδηλα “σφάλματα” δικαστών – σε αποφάσεις όπου αγνοούνται αποδεδειγμένα και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, παραβιάζονται θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις, ή εφαρμόζεται εσφαλμένη νομική υπαγωγή με εμφανές αποτέλεσμα την αλλοίωση της κρίσης.
Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός της Δικαιοσύνης δεν μετριέται σε ημέρες και προθεσμίες. Μετριέται και στο εάν η Δικαιοσύνη παύει να προστατεύει τον εαυτό της εις βάρος των πολιτών , στο αν τα πρόδηλα σφάλματα, στο αν πειθαρχικές καταγγελίες καταγράφονται, ελέγχονται και κρίνονται
Ο εκσυγχρονισμός της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να περιορίζεται στο πώς θα εκδίδονται ταχύτερα οι αποφάσεις ή στο πώς θα «κλείνουν» γρηγορότερα οι υποθέσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς ελέγχονται οι αποφάσεις και ποιες πραγματικές συνέπειες υπάρχουν όταν βρισκόμαστε μπροστά σε πρόδηλα “σφάλματα” , που δεν ελέγχονται .
Δεν υπάρχει ενιαίο μητρώο, δεν υπάρχει δημόσια εικόνα για το τι ελέγχεται, τι αρχειοθετείται και γιατί. Το σύστημα γνωρίζει – και το γνωρίζουν όλοι – ότι δεν υπάρχουν συνέπειες.
Αυτή η πρακτική είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο διαπλοκής, διότι δεν αφήνει ίχνη ωμής παρανομίας, και μεταθέτει την ευθύνη στον διάδικο.
Το αποτέλεσμα είναι η συστηματική εξάντληση οικονομικά, ψυχολογικά, και χρονικά μέχρι να μην “βρίσκουν άκρη”. Όχι επειδή δεν έχουν δίκιο, αλλά επειδή το σύστημα έχει σχεδιαστεί να φιλτράρει ποιος αντέχει να το διεκδικήσει.
Έτσι η Δικαιοσύνη παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης και μετατρέπεται σε εργαλείο φθοράς, αν όχι διαφθοράς.
Και αυτή δεν είναι παρενέργεια του συστήματος. Είναι ο τρόπος του.
Αυτός είναι ο λόγος που τα ίδια «σφάλματα» επαναλαμβάνονται. Όχι επειδή είναι τυχαία. Αλλά επειδή είναι ανώδυνα για αυτούς που τα διαπράττουν.
Όπου ο θεσμικός έλεγχος απειλεί να αγγίξει πραγματικά συμφέροντα, εκεί μπλοκάρεται, αποδυναμώνεται ή εκφυλίζεται.
Και αυτό δεν συνιστά θεσμική αστοχία, αλλά δομικό πρόβλημα εκσυγχρονισμένης και ταχείας διαπλοκής.
Σύντομα από το anticorr.gr
Θα αναδειχθούν σοβαρές παθογένειες που απορρέουν από τη δράση συγκεκριμένων δικηγορικών γραφείων και καθηγητών Νομικής, οι οποίοι, ενώ εμφανίζονται δημοσίως ως θεσμικοί παράγοντες εγγύησης, εγκυρότητας και διαφάνειας, στην πράξη – όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση της πλουτοκρατίας και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων – υπονομεύουν τη λειτουργία, την ανεξαρτησία και την ουσία της Δικαιοσύνης.