Σε ασφυκτικό κλοιό επιχειρεί να θέσει την Τεχεράνη η Ουάσιγκτον, κλιμακώνοντας την οικονομική πίεση και στέλνοντας σαφές μήνυμα προς τη διεθνή αγορά: οι συναλλαγές με το Ιράν μπορεί να έχουν σοβαρό κόστος για όποια χώρα ή επιχείρηση επιλέξει να τις συνεχίσει.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, έκανε λόγο για μια «Οικονομική D-Day», ανακοινώνοντας νέο πακέτο κυρώσεων που αφορά περίπου 60 εταιρείες, πλοία και ιδιώτες οι οποίοι, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, συνδέονται με το ιρανικό οικονομικό δίκτυο.
Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποιούν ότι η πίεση θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση, χωρίς ωστόσο να έχουν ενεργοποιηθεί μέχρι στιγμής τα σκληρότερα μέτρα που θα μπορούσαν να πλήξουν τρίτες χώρες και επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Μπέσεντ: «Ένα κύμα κυρώσεων έρχεται»
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τις οικονομικές κυρώσεις σε εργαλείο ευρύτερης πίεσης, προειδοποιώντας ότι όποιος παραβιάζει τους αμερικανικούς περιορισμούς κινδυνεύει να χάσει την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και, κατ’ επέκταση, σε κρίσιμες συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε δολάρια.
Ο Σκοτ Μπέσεντ έδωσε το στίγμα της επόμενης ημέρας, προαναγγέλλοντας ακόμη περισσότερες κυρώσεις: «Θέλω να τονίσω ότι εξαπλωνόμαστε σε όλο τον κόσμο αυτή τη στιγμή. Θα δείτε ένα κύμα κυρώσεων όταν αποχωρήσετε από τη σημερινή συνάντηση και πρέπει να αναμένετε τη συνέχιση αυτού του ρυθμού».
Το μήνυμα της Ουάσιγκτον είναι σαφές: η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στο Ιράν, αλλά επεκτείνεται και στο διεθνές δίκτυο που διατηρεί οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη.
«Αν χρειαστεί, θα επιτεθούμε στρατιωτικά»
Παράλληλα με την οικονομική πίεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ανοιχτό και το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης.
Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, προειδοποίησε ότι η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι οικονομικές κυρώσεις εμφανίζονται αυτή τη στιγμή ως το αποτελεσματικότερο εργαλείο πίεσης.
«Αν χρειαστεί να επιτεθούμε στρατιωτικά, θα το κάνουμε. Αν το Ιράν είναι αρκετά ανόητο ώστε να προχωρήσει σε υπερβολές ή να παίξει με τον αμερικανικό στρατό, θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται».
Και πρόσθεσε: «Οι οικονομικές πιέσεις, το γνωρίζουμε, τους βλάπτουν περισσότερο αυτή τη στιγμή».
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει τη διπλή στρατηγική της Ουάσιγκτον: από τη μία πλευρά, οικονομικός στραγγαλισμός και απομόνωση της Τεχεράνης και, από την άλλη, διατήρηση της στρατιωτικής απειλής ως έσχατου μέσου.
Τεχεράνη: «Θα αποτύχουν ξανά»
Η ιρανική πλευρά εμφανίζεται αποφασισμένη να μην υποχωρήσει, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατηγικής.
Ο Ιρανός υφυπουργός Οικονομικών, Αλί Μαντανιζαντέ, χαρακτήρισε τις νέες αμερικανικές κινήσεις ως ακόμη μία προσπάθεια που θα οδηγήσει σε αποτυχία.
«Προφανώς, αποφάσισαν τώρα να υποστούν άλλη μια αποτυχία».
Παράλληλα, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Γκαλιμπάφ, διαμηνύει ότι καμία χώρα δεν μπορεί να απαγορεύσει στο Ιράν να διατηρεί σχέσεις με άλλα κράτη.
Η Τεχεράνη υπολογίζει, άλλωστε, στη στήριξη της Ρωσίας και της Κίνας, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα μιας πλήρους οικονομικής απομόνωσης.
Κίνα: Οι κυρώσεις δεν βοηθούν
Το Πεκίνο αντέδρασε στις αμερικανικές κινήσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιβολή κυρώσεων και η άσκηση οικονομικής πίεσης δεν συμβάλλουν στην επίλυση των διαφορών.
Η Κίνα προειδοποιεί, παράλληλα, ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσει τα συμφέροντά της, σε μια εξέλιξη που μπορεί να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να περιορίσει τις οικονομικές σχέσεις της Τεχεράνης με τον υπόλοιπο κόσμο.
Στον αντίποδα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χαιρέτισε τις αμερικανικές κυρώσεις, κάνοντας λόγο για «βαρύ τίμημα» που επιβλήθηκε, όπως ανέφερε, στη «βάναυση δικτατορία της Τεχεράνης».
Στο επίκεντρο και οι απειλές κατά των οικογενειών Τραμπ και Νετανιάχου
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες για απειλές που φέρεται να έχουν διατυπωθεί από το Ιράν εναντίον μελών των οικογενειών των ηγετών των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αποκάλυψε σε ισραηλινό τηλεοπτικό δίκτυο ότι ένας από τους γιους του είχε στοχοποιηθεί και ότι υπήρξε απόπειρα να δολοφονηθεί. Δεν διευκρίνισε, ωστόσο, ποιο από τα παιδιά του αφορά η συγκεκριμένη απειλή ούτε έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για το πότε και πώς φέρεται να έγινε η απόπειρα.
Παρόμοιο περιστατικό εξετάζουν και οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες του CNN, κυκλοφόρησε σε ιρανικά μέσα ενημέρωσης βίντεο με απειλητικό περιεχόμενο κατά του Ντόναλντ Τραμπ και του νεότερου γιου του Αμερικανού προέδρου.
Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ επιβεβαίωσαν ότι γνωρίζουν για το περιστατικό και ότι το διερευνούν. Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που ιρανικά δίκτυα μεταδίδουν περιεχόμενο που εκλαμβάνεται ως απειλή κατά μελών της οικογένειας του Αμερικανού προέδρου.
Περιορίζεται η αμερικανική στήριξη στην πολεμική σύγκρουση
Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, την ίδια στιγμή, νέα δημοσκόπηση του Reuters καταγράφει υποχώρηση της στήριξης των Αμερικανών πολιτών στην πολεμική σύγκρουση με το Ιράν.
Το ποσοστό στήριξης φέρεται να έχει υποχωρήσει στο 31%, από 37% τον Μάρτιο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταβολή μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, όπου η στήριξη μειώθηκε από 77% σε 69%.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές και η διαχείριση της σύγκρουσης με το Ιράν αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό ζήτημα για την κυβέρνηση Τραμπ.
Διπλωματικός πυρετός με Ομάν και Πακιστάν
Παράλληλα με την κλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης, βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές πρωτοβουλίες για την αποκλιμάκωση.
Πακιστανοί αξιωματούχοι που βρέθηκαν στην Τεχεράνη χαρακτήρισαν εποικοδομητικές τις συνομιλίες που είχαν με Ιρανούς ομολόγους τους.
Στην ιρανική πρωτεύουσα αναμένεται, την ίδια ώρα, αποστολή από το Ομάν για συνομιλίες με την ιρανική ηγεσία. Η επίσκεψη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Ομάν έχει διαδραματίσει στο παρελθόν ρόλο διαύλου επικοινωνίας μεταξύ του Ιράν και της Δύσης.
Τα αποτελέσματα των επαφών στην Τεχεράνη αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θα φανεί εάν υπάρχει περιθώριο για διπλωματική εκτόνωση ή εάν η αντιπαράθεση εισέρχεται σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.
Η Συρία εκτός της λίστας κρατών που στηρίζουν την τρομοκρατία
Σημαντική εξέλιξη καταγράφεται, τέλος, και στο μέτωπο της Συρίας.
Στον απόηχο των συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν στην Ιορδανία, με αμερικανική μεσολάβηση, μεταξύ Συρίας και Ισραήλ, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε ότι η Συρία απομακρύνεται από τη λίστα των χωρών που, σύμφωνα με την αμερικανική αξιολόγηση, στηρίζουν την τρομοκρατία.
Όπως υποστήριξε ο Ρούμπιο, η Δαμασκός έλαβε μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την αλλαγή της αμερικανικής στάσης.
Την ικανοποίησή του για την απόφαση εξέφρασε ο Σύρος ηγέτης Αχμέντ αλ-Σαράα, ενώ και η Τουρκία χαιρέτισε την εξέλιξη, χαρακτηρίζοντάς την σημαντικό βήμα για την απομάκρυνση ενός από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη της Συρίας.
Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Παγάνη, Ρένα Δημητρίου