Ο κ. Μαρινάκης τόνισε πως η στήριξη στην Ουκρανία αποτελεί στρατηγική επιλογή που υπαγορεύεται τόσο από την αρχή της εθνικής ασφάλειας όσο και από την ευρύτερη ευρωπαϊκή και συμμαχική δέσμευση της χώρας. Επισήμανε ότι η Ελλάδα, ως χώρα που αντιμετωπίζει τον αναθεωρητισμό, δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη μπροστά στην παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας. Επιτέθηκε μάλιστα σε όσους, όπως είπε, εμφανίζονται ως «υπερπατριώτες» και επιλέγουν την υποκρισία, άλλοτε υπερασπιζόμενοι την Κύπρο και άλλοτε καλώντας να αγνοηθεί η περίπτωση της Ουκρανίας.
Σχετικά με τη σχέση της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, υποστήριξε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με όλο το πολιτικό φάσμα στην Ουάσιγκτον, απορρίπτοντας τις επικρίσεις πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μονομέρεια υπέρ των Δημοκρατικών. Θύμισε, επίσης, την ιδιαίτερα θετική υποδοχή που είχε ο πρωθυπουργός στο Κογκρέσο, καθώς και τη διακομματική στήριξη στα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας.
Αναφορικά με τον σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής, ξεκαθάρισε ότι υπάρχει μία κοινή και συγκροτημένη στρατηγική που καθορίζεται σε επίπεδο ΚΥΣΕΑ, απορρίπτοντας την ύπαρξη διαφορετικών «σχολών σκέψης» εντός κυβέρνησης. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα διπλωματικά επιτεύγματα, όπως η υπογραφή συμφωνιών ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο, η προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων από εταιρείες κολοσσούς και ο σχεδιασμός για τη θαλάσσια ασφάλεια της χώρας.
Όσον αφορά τα σενάρια περί πολιτικής επανεμφάνισης του Αλέξη Τσίπρα ή ίδρυσης κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, ο Μαρινάκης κράτησε αποστάσεις, λέγοντας ότι η κυβέρνηση δεν σχολιάζει σενάρια και φήμες. Παρ’ όλα αυτά, καυτηρίασε τη ρητορική που υιοθετούν ορισμένοι χώροι στην άκρα δεξιά, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως δεν θα μπορούσε η Ελλάδα να στέλνει σε κρίσιμες διεθνείς Συνόδους άτομα που αναπαράγουν θεωρίες περί «τσιπαρίσματος». Αναφέρθηκε επίσης στις πολιτικές ευθύνες παλαιότερων προσώπων που, κατά τη γνώμη του, έχουν εκτεθεί ανεπανόρθωτα από τη στάση τους σε γεγονότα όπως η τραγωδία στα Τέμπη.
Σε ερώτηση σχετικά με τη διακυβέρνηση Καραμανλή, απέρριψε οποιαδήποτε υπόνοια αμφισβήτησης της περιόδου, επισημαίνοντας πως ούτε η πρόθεση ούτε ο πατριωτισμός των πρώην πρωθυπουργών τίθεται υπό αμφισβήτηση από την τωρινή ηγεσία.
Αναφερόμενος στα εκλογικά αποτελέσματα της Νέας Δημοκρατίας στις ευρωεκλογές, παραδέχθηκε πως, παρά την πρωτιά, η μείωση της απόστασης από τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί σημείο προβληματισμού. Στόχος της κυβέρνησης είναι να αποκατασταθεί πλήρως η εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος μέσα από πολιτικές που αποδίδουν μετρήσιμα οφέλη.
Για τις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, υποστήριξε πως η αντιπολίτευση σκόπιμα τις συνδέει, παρότι είναι εντελώς διαφορετικής φύσης. Τόνισε πως στην περίπτωση των Τεμπών προωθείται η συνταγματική διαδικασία παραπομπής υπουργών στον φυσικό δικαστή, ενώ για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις κατά πολιτικών προσώπων και η εμπλοκή είναι πολύ μικρότερης έκτασης.
Όσον αφορά την επερχόμενη εξεταστική επιτροπή, δήλωσε πως η κυβέρνηση τη θεωρεί απαραίτητο εργαλείο διαφάνειας και διαλεύκανσης, με την ελπίδα ότι θα φωτιστούν όλες οι πτυχές των υποθέσεων.
Σχετικά με το εκλογικό σύστημα, διευκρίνισε πως δεν υφίσταται συζήτηση για αλλαγή του νόμου, κάτι που ξεκαθάρισε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρόσφατα.
Τέλος, αναφερόμενος στη ΔΕΘ και στα πολιτικά μηνύματα της κυβέρνησης, είπε πως η οικονομική ενίσχυση των πολιτών μέσω διαρκών φοροελαφρύνσεων, ενίσχυσης της απασχόλησης και στοχευμένων κοινωνικών παρεμβάσεων αποτελεί βασική προτεραιότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη αντιμετώπισης του δημογραφικού, μέσα από μέτρα ουσιαστικής στήριξης της οικογένειας, σε αντίθεση – όπως υποστήριξε – με τη στάση που ακολουθούν αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.