Πιο αναλυτικά, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι οι κοινωνικοί εταίροι στην Ελλάδα πρόσφατα κατάφεραν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να καταλήξουν σε μια συμφωνία-ορόσημο, ένα πλαίσιο συνεργασίας το οποίο επικυρώθηκε από τη Βουλή.
Όπως τόνισε, «οι κοινωνικοί εταίροι και η κυβέρνηση, ως εγγυητής της συμφωνίας, πέτυχαν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό», προσθέτοντας ότι έκτοτε έχουν υπογραφεί σειρά κλαδικών συμφωνιών που συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
«Το βασικό ζήτημα που αντιμετωπίζουν σήμερα όλες οι κυβερνήσεις είναι το κόστος ζωής και η οικονομική προσιτότητα. Και όταν μιλάμε για αυτό, η απάντηση είναι περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα», υπογράμμισε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι η μείωση των φόρων ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ επισήμανε πως οι συγκεκριμένες συμφωνίες έχουν ήδη οδηγήσει σε βελτίωση μισθών και εργασιακών συνθηκών.
Παράλληλα εξέφρασε την εκτίμηση ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί, σημειώνοντας ότι η αγορά έχει φτάσει σε ένα επίπεδο ωριμότητας όπου τέτοιες πρακτικές μπορούν να πάψουν να αποτελούν εξαίρεση και να γίνουν κανόνας.
Ως παράδειγμα ανέφερε συμφωνία που υπεγράφη στη Ρόδο μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών στον κλάδο του τουρισμού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου οι εργοδότες αντιλαμβάνονται ότι η προσέλκυση προσωπικού έχει γίνει πιο δύσκολη.
«Όταν η ανεργία είναι στο 18%, η διαθεσιμότητα εργαζομένων είναι μεγάλη. Όταν όμως πέφτει γύρω στο 8%, οι εργοδότες πρέπει να προσφέρουν κάτι καλύτερο – όχι μόνο μισθούς αλλά και συνολικές παροχές. Αυτό αρχίζει να γίνεται κατανοητό στην Ελλάδα, ειδικά σε τομείς όπως ο τουρισμός και η φιλοξενία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε επίσης ότι παραδοσιακά η Αριστερά δίνει έμφαση στα εργασιακά δικαιώματα, ωστόσο -όπως είπε- μια κεντροδεξιά κυβέρνηση κατάφερε να προωθήσει συμφωνίες που ωφελούν τόσο εργαζομένους όσο και εργοδότες, με έμφαση κυρίως στους πρώτους.
Αναφερόμενος στις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, επισήμανε ότι πολλοί νέοι στην Ευρώπη αισθάνονται ανασφάλεια για τις επιπτώσεις της στην αγορά εργασίας, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την κοινωνική συνοχή και να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση του εργασιακού μοντέλου.
Τόνισε ότι το γεγονός πως κυβέρνηση και κοινωνικοί εταίροι συνεργάζονται για την παραγωγή απτών αποτελεσμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ενώ υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από την τήρηση δεσμεύσεων και την υλοποίηση πολιτικών.
«Μπορεί να ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι πολλές οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη που το πετυχαίνουν», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα έχει υλοποιήσει δεσμεύσεις σχετικά με τους μισθούς, έχει προχωρήσει σε αλλαγές στην αγορά εργασίας και έχει ενισχύσει την προστασία των εργατικών δικαιωμάτων.
Επεσήμανε ακόμη ότι οι συμφωνίες αυτές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την παραγωγικότητα, αναφερόμενος και στον νέο τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού που θα εφαρμοστεί από το 2028.
Όπως σημείωσε, δεν αρκούν οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών αν δεν στηρίζονται στην παραγωγικότητα, ενώ πρόσθεσε ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Τέλος, αναφέρθηκε στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας ότι η εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, με ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν πλέον να αξιοποιούνται στοχευμένα για τη στήριξη των πολιτών απέναντι στις πιέσεις του πληθωρισμού και της ακρίβειας που επηρέασαν τις οικονομίες μετά την πανδημία.