,
Οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης και οι γενικότερες γεωπολιτικές εντάσεις προκάλεσαν αλλαγές στις θαλάσσιες εμπορικές ροές και αύξησαν τις εκπομπές ρύπων από τη ναυτιλία τουλάχιστον, όπως τις κατάγραψε η πλατφόρμα MRV της ΕΕ, στοιχεία της οποίας επικαλείται ο οίκος αναλύσεων Drewry.
Η αύξηση των ποσοτήτων αερίων ρύπων επιβαρύνει οικονομικά και τις ναυτιλιακές εταιρείες οι οποίες θα κληθούν να καταβάλλουν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους πάνω από 2,9 δισ. δολ στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων (EU ETS).
Αναλυτικότερα σύμφωνα με σχετική μελέτη του Drewry περίπου 13.000 πλοία υπέβαλαν στοιχεία για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακός (CO2) για το 2024 στην πλατφόρμα MRV της ΕΕ, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του σχετικού κανονισμού.
Ο Κανονισμός για το MRV (Monitoring, Reporting, Verification-Παρακολούθηση, Αναφορά, Επαλήθευση) επιβάλλει στις ναυτιλιακές εταιρείες να καταγράφουν και να αναφέρουν τις εκπομπές CO₂ από τα πλοία τους που είναι άνω των 5.000 GT και προσεγγίζουν λιμένες της ΕΕ (ανεξάρτητα από σημαία).
Με βάση τις εκπομπές οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να προχωρήσουν σε αγορά δικαιωμάτων εκπομπών ανά τόνο CO2, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Ρύπων (EU ETS) και μέχρι 30 Σεπτεμβρίου να καταβάλλουν τα τέλη για το 40% των δικαιωμάτων. Όπως εκτιμά ο οίκος αναλύσεων Drewry, περίπου 90 εκατομμύρια τόνοι CO2 εκπέμφθηκαν στο πλαίσιο του EU ETS, μια αύξηση περίπου 14% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η αύξηση αυτή οφείλεται εν μέρει σε γεωπολιτικούς παράγοντες, όπως οι επιθέσεις των ανταρτών της Υεμένης Χούθι σε πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα που υποχρέωσαν τις ναυτιλιακές εταιρείες να ακολουθήσουν τη μακρύτερη διαδρομή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας αντί της συντομότερης διαδρομής μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, με αποτέλεσμα τα πλοία να εκπέμπουν περισσότερους ρύπους.
Ο οίκος Drewry εκτιμά ότι με βάση την τρέχουσα τιμή του δικαιώματος (περίπου 70 ευρώ ο τόνος), εκτιμάται ότι τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους θα πρέπει να καταβληθούν 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια από τις ναυτιλιακές εταιρείες
Εάν τα επίπεδα εκπομπών παραμείνουν παρόμοια, η Drewry υπολογίζει ότι το συνολικό κόστος θα αυξηθεί σε περίπου 7,5 δισεκατομμύρια δολάρια όταν λήξει η μεταβατική περίοδος και το 100% των εκπομπών συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής (το 2026).
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, το 34% των εκπομπών CO2 πραγματοποίησαν τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, παρά το γεγονός ότι αντιπροσωπεύουν το 16% των πλοίων (ή το 21% σε όρους χωρητικότητας dwt). Από την άλλη τα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου ενώ αντιπροσωπεύουν το 35% σχεδόν των πλοίων με όρους dwt, εκπέμπουν μόλις το 9% των ρύπων. Ανάλογη είναι και η εικόνα των δεξαμενοπλοίων. Αντιπροσωπεύουν περίπου το 28% των πλοίων σε dwt ενώ εκπέμπουν το 11% των ρυπων.
Πάντως μεγαλύτερο είναι το κόστος για τα επιβατηγά-οχηματαγωγά πλοία (RoPax) καθώς υπολογίζεται ότι κάθε πλοίο RoPax και επιβατηγό πλοίο θα πληρώσει κατά μέσο όρο περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια στο EU ETS, ενώ ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων θα πληρώσει κατά μέσο όρο περίπου 0,5 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ.
Η σταδιακή εφαρμογή του κανονισμού θα αυξήσει το κόστος για όσους ρυπαίνουν και θα τους ενθαρρύνει να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην περιοχή, εκτιμά ο Drewry.
(αναδημοσίευση από Οικονομικό Ταχυδρόμο)
, ,
,
© 2010-2022 ENERGYPRESS. All rights reserved.
,
Designed by Citronio | Developed by imarketing.gr
This website uses cookies.