Σε μια χώρα που διαφημίζει «ισχυρή οικονομία», «επενδυτική αναβάθμιση» και «πλεόνασμα ευθύνης», ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη –και εκλεγμένος βουλευτής Μεσσηνίας– δηλώνει ότι… δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για τις μελέτες ανέγερσης Αστυνομικού Μεγάρου στην Καλαμάτα. Και έτσι, απευθύνεται με επιστολή σε ιδιώτη, ζητώντας να «βάλει πλάτη». Ρεφενέ, δηλαδή. Από το ταμείο της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια.
Το ζήτημα, είναι βαθύτερο και αφορά την ίδια τη θεσμική και πολιτική λειτουργία του κράτους: Πόσο υγιές είναι να δηλώνει δημόσιος λειτουργός ότι το κράτος αδυνατεί να χρηματοδοτήσει μελέτες για τις ίδιες του τις υπηρεσίες; Και ποιο είναι το μήνυμα προς τους πολίτες, όταν η κρατική εξουσία αυτοϋπονομεύεται και εκχωρεί πρωτοβουλία και ρόλο σε ιδιώτες;
Το αποκορύφωμα δεν είναι καν η επιστολή προς την Καρέλια, αλλά οι ευχαριστίες που ακολουθούν: λόγια μεγαλόσχημα, σαν να απευθύνεται ο Υπουργός σε εθνικό ευεργέτη και όχι σε μια κερδοφόρα επιχείρηση που αξιοποιεί τα φορολογικά, εργατικά και θεσμικά περιθώρια που της δίνονται.
Η «προσφορά» των 40.000 ευρώ, ποσό που για τον κρατικό προϋπολογισμό είναι αστείο, γίνεται αντικείμενο δημόσιας εξύμνησης, ενώ οι πολίτες καλούνται ταυτόχρονα να πληρώνουν φόρους, έκτακτες εισφορές, τέλη επιτηδεύματος και εγγυήσεις στα δικαστήρια. Μήπως η πρακτική αυτή σχετίζεται με εξαρτήσεις ή «ανταποδοτικές» σχέσεις;
Η πολιτεία όφειλε –αν μη τι άλλο– να τηρήσει ένα ελάχιστο μέτρο σοβαρότητας: να δρομολογήσει την ανέγερση του Αστυνομικού Μεγάρου με ίδιους πόρους, να κινηθεί με θεσμικές διαδικασίες, και όχι να παραπέμπει την ασφάλεια και τη διοικητική της οργάνωση στη φιλανθρωπία. Διότι έτσι δεν οικοδομείται ούτε κράτος δικαίου, ούτε αξιοπιστία – οικοδομείται απλώς ένα οικοδόμημα θεσμικού αμοραλισμού και πελατειακής εξάρτησης.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται προστάτες – έχει Σύνταγμα. Χρειάζεται πολιτικούς που ξέρουν τι σημαίνει κράτος. Και κυρίως, που δεν ξεχνούν ποιοι το πληρώνουν.