Ο κ. Παπανδρέου τόνισε ότι η εθνοκάθαρση δεν αποτελεί πολιτική επιλογή, αλλά ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, υπενθυμίζοντας το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν οι λαοί των Βαλκανίων από τις συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990.
Υπογράμμισε ότι τέτοιες δηλώσεις από εν ενεργεία υπουργό συνιστούν σοβαρή πρόκληση για τις ευρωπαϊκές αξίες και χαιρέτισε την άμεση αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει θέση στην Ευρώπη για ρητορική που δικαιολογεί ή προωθεί την εθνοκάθαρση.
Ως Γενικός Εισηγητής του Συμβουλίου της Ευρώπης, επισήμανε ότι η Σερβία, ως κράτος-μέλος του οργανισμού, δεσμεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οφείλει να σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ισότητας.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η κριτική του δεν στρέφεται κατά του σερβικού λαού, αλλά αφορά τη συγκεκριμένη ρητορική, εκφράζοντας τη στήριξή του στις δημοκρατικές δυνάμεις και τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σερβία.
Τέλος, κάλεσε τη σερβική κυβέρνηση να αποδοκιμάσει απερίφραστα τις δηλώσεις της υπουργού, την ίδια να τις ανακαλέσει και να αναλάβει τις ευθύνες της, ενώ απηύθυνε έκκληση προς όλους τους ηγέτες των Βαλκανίων να αποφύγουν την εμπρηστική ρητορική και να εργαστούν για τη συμφιλίωση, τον διάλογο και την ειρηνική συνύπαρξη των λαών.
Ολόκληρη η δήλωση του Γιώργου Α. Παπανδρέου
Υπάρχουν λόγια που δεν πρέπει ποτέ να ειπωθούν από κανέναν που κατέχει δημόσιο αξίωμα στην ήπειρό μας, στην Ευρώπη. Αυτή την εβδομάδα, ειπώθηκαν.
Η Υπουργός Δημόσιας Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Σερβίας, Σνεζάνα Πάουνοβιτς, δήλωσε ότι, αν βρισκόταν στη θέση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, «θα είχε προβεί σε εθνοκάθαρση του Κοσόβου». Καταδικάζω αυτή τη δήλωση με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς περιστροφές και χωρίς κανέναν δισταγμό.
Η εθνοκάθαρση δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι έγκλημα, από τα βαρύτερα που μπορεί να διαπράξει άνθρωπος εναντίον ανθρώπου. Είναι ο βίαιος ξεριζωμός ανδρών, γυναικών και παιδιών από τα σπίτια τους, τη γη τους και την ιστορία τους, για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για το ποιοι είναι.
Η χερσόνησός μας, τα Βαλκάνια, γνωρίζει αυτό το έγκλημα από πρώτο χέρι. Κουβαλάμε τα σημάδια του στις οικογένειές μας, στα χωριά μας, στα κοιμητήριά μας και στη συλλογική μας μνήμη. Από τους πολέμους της δεκαετίας του 1990 και από πολύ παλαιότερα, μάθαμε, με αβάσταχτο τίμημα, πού ακριβώς οδηγούν τέτοια λόγια: Σε ομαδικούς τάφους, σε ατελείωτες φάλαγγες προσφύγων, σε γενιές δηλητηριασμένες από το μίσος και στον ηθικό όλεθρο των ίδιων των κοινωνιών στο όνομα των οποίων διαπράχθηκαν αυτά τα εγκλήματα. Και μάθαμε ακόμη ένα μάθημα, γραμμένο με αίμα: Όποιοι κηρύσσουν τέτοιες πράξεις, σπέρνουν τους σπόρους μιας καταστροφής που δεν σέβεται σύνορα, δεν προσφέρει καταφύγιο και δεν λυπάται κανέναν λαό, και λιγότερο απ’ όλους τον λαό στο όνομα του οποίου εξαπολύεται.
Το γεγονός ότι μια εν ενεργεία υπουργός, και μάλιστα η υπουργός που είναι επιφορτισμένη να εγγυάται την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον των θεσμών του κράτους, παρουσιάζει την εθνοκάθαρση ως νοητή επιλογή, δεν είναι ένα ολίσθημα της στιγμής. Είναι μια δοκιμασία. Μια δοκιμασία για το αν η Ευρώπη εξακολουθεί να εννοεί αυτά που διακηρύσσει.
Χαιρετίζω τη σαφή αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ορθώς δήλωσε ότι δεν υπάρχει θέση στην Ευρώπη για ρητορική που δικαιολογεί ή προπαγανδίζει την εθνοκάθαρση και ότι, τέτοιες δηλώσεις προσκρούουν στις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της συμφιλίωσης, της λογοδοσίας και των σχέσεων καλής γειτονίας, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Ως Γενικός Εισηγητής για τη Δημοκρατία της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, οφείλω να προσθέσω: Τα λόγια αυτά πλήττουν τα ίδια τα θεμέλια του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενός οργανισμού που γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες μιας ηπείρου που ορκίστηκε: «Ποτέ ξανά».
Η Σερβία είναι κράτος-μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεσμευμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η ιδιότητα του μέλους δεν είναι σημαία ευκαιρίας. Είναι επίσημη δέσμευση στην ίση αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου.
Επιτρέψτε μου να είμαι εξίσου σαφής ως προς το τι δεν είναι αυτή η δήλωση. Δεν στρέφεται κατά της Σερβίας ούτε κατά του σερβικού λαού. Ο σερβικός λαός είναι γείτονάς μας, εταίρος μας και συνευρωπαίος μας, και το δημοκρατικό του μέλλον ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ακριβώς από σεβασμό προς τους πολίτες της Σερβίας, και προς τις θαρραλέες σερβικές φωνές των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, που ήδη ύψωσαν τη φωνή τους, λέω: Όσοι δικαιολογούν τον εκτοπισμό ανθρώπων λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής δεν μπορούν να υπηρετούν με αξιοπιστία σε κυβέρνηση ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Καλώ, επομένως, την Κυβέρνηση της Σερβίας να αποδοκιμάσει απερίφραστα αυτές τις δηλώσεις και την Υπουργό Πάουνοβιτς να τις ανακαλέσει και να αναλάβει τις ευθύνες που η υπευθυνότητα επιτάσσει. Καλώ τους ηγέτες σε ολόκληρη την περιοχή, όλους τους ηγέτες, από όλες τις πλευρές, να απέχουν από εμπρηστική ρητορική και να προστατεύουν κάθε κοινότητα, συμπεριλαμβανομένης της σερβικής κοινότητας του Κοσόβου, της οποίας τα δικαιώματα και η ασφάλεια πρέπει εξίσου να διασφαλίζονται. Κάθε άνθρωπος δικαιούται ίσο σεβασμό. Όταν η αρχή αυτή γίνεται πράξη, αποτελεί την ασφαλέστερη εγγύηση συνεκτικών κοινωνιών, ειρήνης και σχέσεων καλής γειτονίας. Όταν προδίδεται, έστω και με λόγια, το έδαφος αρχίζει να τρέμει κάτω από τα πόδια όλων μας.
Οι λαοί των Βαλκανίων πλήρωσαν πολύ βαρύ τίμημα, για να επιτρέψουμε στη γλώσσα της δεκαετίας του 1990 να επιστρέψει στις αίθουσες των κυβερνήσεων. Η συμφιλίωση είναι δύσκολη. Ο διάλογος είναι αργός. Δεν υπάρχει, όμως, εναλλακτική και δεν υπάρχει μέλλον στην Ευρώπη για την ιδεολογία της εθνοκάθαρσης.