Όπως ανέφερε, μιλώντας στο ΣΚΑΪ, το βασικό ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να αποδειχθεί στην πράξη ότι η συμφωνία θα εφαρμοστεί, καθώς το τελευταίο διάστημα οι εξελίξεις στην περιοχή χαρακτηρίζονταν από έντονη μεταβλητότητα και διαρκείς ανατροπές.
«Όλα δείχνουν, ευτυχώς, ότι βρισκόμαστε σε πορεία τερματισμού των εχθροπραξιών, επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ και σταδιακής αποκλιμάκωσης της έντασης», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο υπουργός τόνισε, ωστόσο, ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν μπορεί να είναι άμεση, καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν την οικονομία και τις αγορές για κάποιο χρονικό διάστημα. Όπως εξήγησε, εφόσον η θετική αυτή εξέλιξη επιβεβαιωθεί και διατηρηθεί, οι συνθήκες ομαλότητας αναμένεται να αποκατασταθούν σταδιακά μέσα στους επόμενους μήνες.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει τα απαραίτητα δημοσιονομικά εργαλεία ώστε να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε περίπτωση που οι εξελίξεις οδηγήσουν σε νέα περίοδο αβεβαιότητας.
Επιτάχυνση των ερευνών για υδρογονάνθρακες
Αναφερόμενος στο πρόγραμμα έρευνας και αξιοποίησης πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η χώρα προχωρά με γρήγορους ρυθμούς στην υλοποίηση μιας στρατηγικής που αφορά τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή της προοπτική.
«Πρόκειται για μια εθνική προσπάθεια που δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση, αλλά σε όλους τους Έλληνες», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι η αποφασιστική επιτάχυνση των σχετικών διαδικασιών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην παρουσία των αμερικανικών ενεργειακών ομίλων Chevron και ExxonMobil στην Ελλάδα. Όπως αποκάλυψε, η Chevron διεύρυνε πρόσφατα τη δραστηριότητά της στη χώρα, συμμετέχοντας πλέον και σε πέμπτο θαλάσσιο οικόπεδο στο Νότιο Ιόνιο, σε συνεργασία με τη HelleniQ Energy.
Παράλληλα, η ExxonMobil προχωρά στον σχεδιασμό της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο οικόπεδο «Ασωπός 1» στο Ιόνιο, η οποία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί μεταξύ 14 και 24 Φεβρουαρίου 2027.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η κοινοπραξία που συμμετέχει στο έργο εκτιμά ότι στην περιοχή ενδέχεται να υπάρχει κοίτασμα φυσικού αερίου περίπου 270 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Για λόγους σύγκρισης, σημείωσε ότι οι ετήσιες ανάγκες της Ελλάδας σε φυσικό αέριο ανέρχονται σε περίπου 6 έως 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η ύπαρξη γεωλογικών ενδείξεων δεν αρκεί από μόνη της. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο το πιθανό κοίτασμα μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά και να καταστεί οικονομικά βιώσιμο.
«Γνωρίζουμε ότι υπάρχει γεωλογικός στόχος και ενδείξεις κοιτάσματος. Αυτό που απομένει να διαπιστωθεί είναι εάν μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, πιο ασφαλή συμπεράσματα αναμένεται να προκύψουν περίπου δύο μήνες μετά την ολοκλήρωση της ερευνητικής γεώτρησης, γεγονός που σημαίνει ότι την άνοιξη του 2027 θα υπάρχει σαφέστερη εικόνα για τις προοπτικές του έργου.
«Το 16% θεωρείται ικανοποιητικό ποσοστό επιτυχίας»
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στις πιθανότητες επιτυχίας της ερευνητικής προσπάθειας, οι οποίες εκτιμώνται στο 16%.
Όπως σημείωσε, παρότι το ποσοστό αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται χαμηλό, στον τομέα των ερευνών υδρογονανθράκων θεωρείται απολύτως ικανοποιητικό και συμβατό με τα διεθνή δεδομένα.
Μάλιστα, επικαλέστηκε το παράδειγμα της Νορβηγίας, η οποία εντόπισε σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου έπειτα από δεκάδες ερευνητικές προσπάθειες και συγκεκριμένα μετά από 17 αποτυχημένες γεωτρήσεις.
Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι ακόμη και η επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός εμπορικά εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος θα μπορούσε να αναβαθμίσει σημαντικά τη θέση της Ελλάδας, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι πέρα από το Ιόνιο, συνεχίζονται οι διαδικασίες για σεισμικές έρευνες και στις θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κρήτης, ενώ η επέκταση της δραστηριότητας της Chevron σε νέες περιοχές ενισχύει τη δυναμική του συνολικού σχεδιασμού.
Όπως ανέφερε, η σταδιακή διεύρυνση των ερευνών δημιουργεί μια διαδικασία ωρίμανσης των επενδυτικών σχεδίων και καταδεικνύει ότι η ελληνική ενεργειακή στρατηγική διαθέτει συνέπεια, βάθος και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Κλείνοντας, σημείωσε ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κοινοπραξίας, η συνολική αξία ενός πιθανού εμπορικά αξιοποιήσιμου κοιτάσματος στο συγκεκριμένο οικόπεδο θα μπορούσε, σε βάθος χρόνου, να φτάσει ακόμη και τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ.
{https://exchange.glomex.com/video/v-djcv33y215pd?integrationId=eexbs1jkg0kofln}