«Δεν περιμέναμε, ομολογουμένως, να μας δικαιώσει τόσο γρήγορα και τόσο απερίφραστα. », σημειώνει ακόμη ο ίδιος, για να προσθέσει: «Μένουν, όμως, τρία ερωτήματα, στα οποία απέφυγε επιμελώς να απαντήσει:
Πρώτον: γιατί τώρα;
Αν η “ισχυρή ” μπορούσε να απορροφήσει το κόστος και να προσφέρει φθηνότερο σταθερό τιμολόγιο, γιατί δεν το έκανε επί δύο χρόνια; Γιατί, όταν άλλοι πάροχοι προσέφεραν φθηνότερα σταθερά τιμολόγια, η κυβέρνηση απέρριπτε την τροπολογία του ΠΑΣΟΚ;
Η απάντηση, δυστυχώς είναι μια: γιατί τώρα έρχονται εκλογές.
Δεύτερον: γιατί μόνο η μισή αλήθεια;
Ο πρωθυπουργός δεν είπε ούτε λέξη για τις αυξήσεις της τάξης του 20% στο κυμαινόμενο πράσινο τιμολόγιο της , εκεί όπου βρίσκεται η μεγάλη πλειονότητα των καταναλωτών.
Μίλησε για το φθηνό τιμολόγιο των λίγων και αποσιώπησε την ακρίβεια που συνεχίζουν να πληρώνουν πάνω από 3 εκατομμύρια νοικοκυριά.
Τρίτον: ποια ακριβώς “ασπίδα”;
Το ίδιο το επιχείρημα του κ. Μητσοτάκη τον εκθέτει. Αν χρειάστηκε μια «ισχυρή » για να πέσουν σήμερα οι τιμές, τότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα: τι έκανε αυτή η ίδια «ισχύς» τα δύο προηγούμενα χρόνια;
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία. Η κυβέρνηση που μείωσε τη συμμετοχή του Δημοσίου στη και αποδυνάμωσε τον δημόσιο έλεγχο, η κυβέρνηση που επί χρόνια ύμνησε την «απελευθέρωση της αγοράς», εμφανίζεται ξαφνικά ως υπέρμαχος της κρατικής παρέμβασης. Ο κ. Μητσοτάκης λέει «καταφέραμε και κρατάμε τις τιμές χαμηλά», λες και είναι ο ιδιος ο διευθύνων σύμβουλος της .
Η πολιτική του όμως ήταν η αντίθετη: να παρουσιάζει τον ανταγωνισμό ως τη λύση για όλα. Τώρα, όταν τον βολεύει πολιτικά, ο ανταγωνισμός μπορεί άνετα να παραμερίζεται. Και εδώ δεν πρόκειται απλώς για αντίφαση· πρόκειται για κάτι θεσμικά ανεπίτρεπτο, να κατεβαίνει ο ίδιος στην αρένα της αγοράς και να διαφημίζει το προϊόν ενός συγκεκριμένου παρόχου, τη στιγμή που οφείλει να είναι ο εγγυητής των ίσων όρων για όλους
Ο εμπαιγμός δεν κρύβεται με επικοινωνιακά τεχνάσματα της τελευταίας στιγμής. Οι πολιτες βλέπουν τι πληρώνουν στους λογαριασμούς τους. Και ο λογαριασμός στις κάλπες θα είναι βαρύς για την Κυβέρνηση», καταλήγει ο κ. Παρασύρης.