Η τοποθέτηση έγινε κατά την ακρόαση φορέων στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, στο πλαίσιο της συζήτησης του σχεδίου νόμου «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου».
Ο κ. Πλεύρης εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πολιτική συμφωνία που έχει επιτευχθεί σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με τον κανονισμό επιστροφών παράτυπων μεταναστών, τονίζοντας ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία του συνολικού πλαισίου.
«Αν αποτύχει το Σύμφωνο, θα πάμε σε πιο σκληρές πολιτικές»
Όπως ανέφερε, «αν αποτύχει το Σύμφωνο Μετανάστευσης, πράγματι θα πάμε σε πιο σκληρές πολιτικές ως Ευρώπη», προσθέτοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε συζήτηση για αναθεώρηση των ευρωπαϊκών συνθηκών και σε επαναπροσδιορισμό κρίσιμων παραμέτρων, όπως ο αριθμός εξέτασης αιτήσεων ασύλου.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το ισχύον πλαίσιο αποτελεί «ισορροπία» μεταξύ διαφορετικών ευρωπαϊκών πολιτικών οικογενειών και υπογράμμισε πως, εφόσον δεν λειτουργήσει αποτελεσματικά, δεν αναμένονται πιο ελαστικές αλλά αυστηρότερες λύσεις.
Εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου
Ο υπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει ήδη ενσωματώσει σημαντικό μέρος του Κανονισμού Επιστροφών στην εθνική νομοθεσία, ενώ με το νέο σχέδιο νόμου θεσμοθετούνται και οι λεγόμενοι «κόμβοι επιστροφών», με στόχο την πλήρη προσαρμογή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Όπως ανέφερε, η κυβερνητική πολιτική προβλέπει σαφή διαχωρισμό στα σύνορα μεταξύ αιτούντων άσυλο και όσων δεν πληρούν τα σχετικά κριτήρια, καθώς και αυστηρότερη διαχείριση της διαδικασίας επιστροφών. Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε λόγο για τρίμηνη αρχική περίοδο κατά την οποία δεν θα παρέχεται ένταξη σε εργασία ή εκπαίδευση, έως την ολοκλήρωση των διαδικασιών ελέγχου.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στη λειτουργία της διαδικασίας «screening» και στη λήψη βιομετρικών στοιχείων, επισημαίνοντας ότι η μεταφορά σε δομές της ενδοχώρας είναι απαραίτητη λόγω ελλείψεων υποδομών στην Κρήτη.
Θέματα δομών, επιστροφών και διοικητικής λειτουργίας
Ο κ. Πλεύρης υπερασπίστηκε επίσης τις επιλογές αναδιάρθρωσης των δομών φιλοξενίας, σημειώνοντας ότι ορισμένες μονάδες έκλεισαν για λόγους κόστους και αποδοτικότητας, ενώ χαρακτήρισε μη βιώσιμη τη διατήρηση εγκαταστάσεων με δυσανάλογα υψηλό λειτουργικό κόστος σε σχέση με τον αριθμό φιλοξενούμενων.
Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της κράτησης ως εργαλείου για την εφαρμογή των αποφάσεων επιστροφής, καθώς και τη βαρύτητα της επιχειρησιακής συνεργασίας με την ΕΛ.ΑΣ. και το Λιμενικό Σώμα.
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στη νομική υποστήριξη των αιτούντων άσυλο, σημειώνοντας ότι αυτή θα παρέχεται από δικηγόρους ήδη από τον πρώτο βαθμό εξέτασης και όχι από ΜΚΟ, όπως ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις σήμερα.
Τοποθετήσεις φορέων και διεθνών οργανισμών
Στη συζήτηση τοποθετήθηκαν εκπρόσωποι διεθνών και εθνικών φορέων, οι οποίοι αναγνώρισαν ότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνιστά σημαντική μεταρρύθμιση, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την επαρκή στελέχωση, τις υποδομές και την επιχειρησιακή εφαρμογή του.
Εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης έκανε λόγο για θετικά στοιχεία του σχεδίου νόμου, όπως η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων και η ενίσχυση των διαδικασιών ελέγχου, ενώ επεσήμανε την ανάγκη για περισσότερους πόρους και καλύτερο συντονισμό.
Αντίστοιχα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες υπογράμμισε ότι η αποτελεσματικότητα του Συμφώνου θα κριθεί στην πράξη, δίνοντας έμφαση στην προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων και στη λειτουργία των διαδικασιών ασύλου με σεβασμό στις εγγυήσεις.
Από την πλευρά οργανώσεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου εκφράστηκαν επιφυλάξεις για τον κίνδυνο περιορισμού εγγυήσεων, με έμφαση στην ανάγκη διασφάλισης της αναλογικότητας των μέτρων και της ανεξαρτησίας των μηχανισμών ελέγχου.