Ουσιαστικά, η ΝΕΑΡ έπεσε τους τελευταίους μήνες θύμα μιας διαχρονικής παθογένειας του αριστερού χώρου: των εσωτερικών τριβών και της αδυναμίας χάραξης ενιαίας γραμμής. Το κομβικό ζήτημα ήταν η στρατηγική των συμμαχιών. Ο Αλέξης Χαρίτσης εργαζόταν σταθερά, με τη στήριξη των περισσότερων Βουλευτών του κόμματος, για τη δημιουργία προϋποθέσεων που θα επέτρεπαν ευρύτερες συμπράξεις στον προοδευτικό χώρο, μαζί με ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ.
Ωστόσο, η Κεντρική Επιτροπή και ο Γραμματέας του κόμματος Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο οποίος αναμένεται να τον διαδεχθεί στην προεδρία, (έχει ήδη αναλάβει μεταβατικά όπως προβλέπει το καταστατικό), τάσσονταν τους τελευταίους μήνες υπέρ της αυτόνομης πορείας: μιας ριζοσπαστικής αριστεράς ως μικρού μεν, αλλά ιδεολογικά καθαρού πόλου. Το ασυνήθιστο, σε αυτή την υπόθεση είναι η υπερίσχυση των στελεχών έναντι των βουλευτών. Αυτή η διχογνωμία θόλωνε το συνολικά μήνυμα του κόμματος. Κι αυτό αποτυπωνόταν και δημοσκοπικά, με τη ΝΕΑΡ να βρίσκεται σταθερά εκτός Βουλής.
O απολογισμός του Αλέξη Χαρίτση στη διετή πορεία του στην προεδρία της ΝΕΑΡ είναι μεικτός. Το κόμμα δεν κατάφερε σε καμία στιγμή να προσεγγίσει τον βαθύ πυρήνα της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και απέτυχε παταγωδώς να εκλέξει έστω έναν ευρωβουλευτή το 2024. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην πλέον πρόεδρος προσπάθησε να παίξει έναν εποικοδομητικό ρόλο στη Βουλή και τον δημόσιο διάλογο, κάτι που αναγνωρίζεται διακομματικά
Από την άλλη, το εγχείρημα της Νέας Αριστεράς ήταν, σε έναν βαθμό, καταδικασμένο να αποτύχει. Η ΝΕΑΡ ιδρύθηκε ως απάντηση στον κασσελακικό ΣΥΡΙΖΑ. Με την απομάκρυνση εκείνου, έπαψε ουσιαστικά να υπάρχει ο βασικότερος συσπειρωτικός παράγοντας και το κόμμα βυθίστηκε περαιτέρω στην εσωστρέφεια από τη στιγμή που επιταχύνθηκαν οι διεργασίες ίδρυσης νέου φορέα από τον Αλέξης Τσίπρα. Δεδομένου ότι ο Χαρίτσης τάσσεται υπέρ της συμπόρευσης με τον πρώην πρωθυπουργό, αλλά δεν μπόρεσε να πείσει την πλειοψηφία των στελεχών του κόμματός του, η του ήταν μονόδρομος.
Τι πρεσβεύει η αριστερά στη σημερινή εποχή;
Πλέον, την ευθύνη για το μέλλον του κόμματος αναλαμβάνει ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ο οποίος θα κληθεί να «πουλήσει» ένα νέο πειστικό αφήγημα, με στόχο να δώσει νέα δυναμική στο κόμμα.
Η ΝΕΑΡ θα χρειαστεί, απαλλαγμένη από το ερώτημα της στρατηγικής συμμαχιών, να διασαφηνίσει τι ακριβώς πρεσβεύει. Ακούμε συχνά την απαίτηση για δικαιοσύνη στα Τέμπη, την αντίθεση στις εξορύξεις, στους εξοπλισμούς και στους πολέμους, καθώς και γενικότερα την αντίθεση στις πολιτικές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όμως αυτές οι αντιθέσεις και οι ετεροπροσδιορισμοί δεν αρκούν.
Ιδεολογικά συγγενικές πρωτοβουλίες στο εξωτερικό, όπως του στη Νέα Υόρκη ή , έχουν δείξει ότι η κοινωνική κινητοποίηση προϋποθέτει σαφήνεια θέσεων και προτεραιοτήτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ΝΕΑΡ καλείται να επικοινωνήσει την οπτική της για τα κομβικά ζητήματα της εποχής: πώς θα αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση, πώς επαναπροσδιορίζουμε την εργασία στην εποχή της ψηφιοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης, πώς θα ενισχυθεί το κράτος δικαίου και πώς θα μειωθούν οι οικονομικές ανισότητες. Παράλληλα, οφείλει να τεκμηριώσει τις θέσεις της σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, τα οποία δεν μπορεί να τα αγνοεί στη σημερινή εύθραυστη συγκυρία, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό για ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως φιλειρηνικό, αντιπολεμικό και αντιμιλιταριστικό. Επίσης, πέρα από κάποιες οικονομίστικες προσεγγίσεις, δεν έχει τοποθετηθεί επαρκώς ως προς το πώς οραματίζεται το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παράγοντας Βαρουφάκης και το ζήτημα της ΚΟ
Από εκεί και πέρα, η ΝΕΑΡ θα κληθεί να διασαφηνίσει σε ποιο κοινό σκοπεύει να απευθυνθεί. Αρκετές φορές, τα στελέχη της αναφέρονται στους ανθρώπους των κινημάτων και της οικολογίας, θυμίζοντας, ως έναν βαθμό, την προσέγγιση του παλαιού Συνασπισμού. Μπορεί, όμως, να διεκδικήσει αυτό το κοινό του αντισυστημικού χώρου; Αν λάβουμε υπόψη τα τελευταία δημοσκοπικά ευρήματα, το κοινό αυτό έχει συσπειρωθεί κατά βάση στο ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη. Ενδεχομένως, για αυτόν τον λόγο, κάποια στελέχη της ΝΕΑΡ να βλέπουν θετικά μια συνεργασία μαζί του. Θα αποδεχόταν, όμως, ο Βαρουφάκης μια συνεργασία με πρώην υπουργούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ; Μάλλον όχι.
Τέλος, θα κληθεί να υπερβεί ένα ακόμη ζήτημα: την πιθανή διάλυση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Οκτώ με εννέα βουλευτές στηρίζουν τη γραμμή της συμπόρευσης με τα υπόλοιπα προοδευτικά κόμματα. Δεν αναμένεται, σε πρώτη φάση, να παραιτηθούν από την έδρα ή να ανεξαρτητοποιηθούν. Ωστόσο, αυτό ενδέχεται να συμβεί σε δεύτερο χρόνο. Χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση – πέρα από κάποιους ανεξάρτητους βουλευτές – το κόμμα θα χάσει τη δυνατότητα να συμβάλλει στη διαμόρφωση της ατζέντας του δημόσιου διαλόγου σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ενώ θα μειωθεί και η προβολή των στελεχών του στα μέσα ενημέρωσης.
Συνεπώς, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν για τη Νέα Αριστερά, η οποία, στις επόμενες εκλογές, σε όποια μορφή κι αν κατέβει, θα αγωνιστεί όχι μόνο για την ιδέες της, αλλά και για την επιβίωσή της.