Η συμμετοχή στη διαδικασία θα είναι προαιρετική. Κάθε κόμμα που έχει δικαίωμα συμμετοχής στις εθνικές εκλογές θα μπορεί να υποβάλει, μία μόνο φορά και μέσω εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου, έως δέκα προτάσεις προς κοστολόγηση. Η περίοδος υποβολής θα ξεκινά την 1η Νοεμβρίου 2026 και θα ολοκληρώνεται 120 ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών, ώστε να υπάρχει επαρκής χρόνος για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Το ΕΔΣ θα δίνει προτεραιότητα σε μέτρα με σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα, ενδεικτικά άνω των 50 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Αντίθετα, ιδιαίτερα σύνθετες παρεμβάσεις, όπως μεγάλα έργα υποδομών, αμυντικά προγράμματα ή προτάσεις των οποίων οι επιπτώσεις είναι κυρίως έμμεσες και μακροοικονομικές, ενδέχεται να εξαιρούνται ή να εξετάζονται μόνο κατ’ εξαίρεση, εφόσον υπάρχουν τα απαραίτητα στοιχεία για αξιόπιστη εκτίμηση.
Το πλαίσιο προβλέπει αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας. Μετά την επιβεβαίωση ενός αιτήματος, το Συμβούλιο θα ανακοινώνει μόνο τον αριθμό των προτάσεων που έχει καταθέσει κάθε κόμμα, χωρίς να αποκαλύπτει το περιεχόμενό τους. Η κοστολόγηση θα δημοσιοποιείται μόνο έπειτα από έγγραφη εξουσιοδότηση του ίδιου του κόμματος, ενώ το ΕΔΣ δεν θα ανακοινώνει αποτελέσματα κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τις εκλογές, προκειμένου να διαφυλάσσεται η θεσμική ουδετερότητα της διαδικασίας.
Η αξιολόγηση θα βασίζεται στον ορισμό του δημοσιονομικού κόστους που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η βασική εκτίμηση θα περιλαμβάνει τη στατική δημοσιονομική επίπτωση κάθε μέτρου και, όπου αυτό είναι εφικτό, τις άμεσες συμπεριφορικές επιδράσεις, χωρίς να συνυπολογίζονται οι ευρύτερες μακροοικονομικές επιδράσεις.
Για την υλοποίηση της διαδικασίας, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο θα συνεργάζεται με την ΑΑΔΕ, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον e-ΕΦΚΑ, την ΕΛΣΤΑΤ και άλλους αρμόδιους φορείς, από τους οποίους θα αντλεί τα απαραίτητα στοιχεία και τεχνική υποστήριξη. Την αποκλειστική ευθύνη για τη μεθοδολογία, τις παραδοχές και τις τελικές εκτιμήσεις θα διατηρεί το ίδιο το Συμβούλιο.
Το νέο πλαίσιο διαμορφώθηκε με την τεχνική υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω του προγράμματος Technical Support Instrument (TSI), αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία και τις βέλτιστες πρακτικές ανεξάρτητων δημοσιονομικών αρχών.
Η εφαρμογή του νέου μηχανισμού αναμένεται να αποτελέσει ένα πρώτο τεστ για τη στάση των πολιτικών κομμάτων απέναντι στη δημοσιονομική τεκμηρίωση των προεκλογικών τους δεσμεύσεων. Το κατά πόσο θα επιλέξουν να υποβάλουν τις προτάσεις τους σε αυτή τη διαδικασία θα αποτελέσει ένα ακόμη στοιχείο του προεκλογικού σκηνικού, με τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των εξαγγελιών να αποκτούν πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα.