Ο δήμαρχος οφείλει να ενδιαφέρεται πέραν από το πώς θα δικτυώνεται πολιτικά και πώς θα καλλιεργεί δημόσιες σχέσεις, και για τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και την ίση μεταχείριση των δημοτών.
Η πραγματική πολιτική δεν κρίνεται στις κοινωνικές συναναστροφές ούτε στις δημόσιες εμφανίσεις. Κρίνεται στον τρόπο με τον οποίο ο Δήμος ασκεί εξουσία μη αφήνοντας να παγιώνονται πρακτικές που γεννούν καχυποψία, αδικία και διοικητική αυθαιρεσία.
Ο δήμαρχος δεν είναι μόνο εκπρόσωπος του Δήμου προς τα έξω. Είναι θεσμικά υπεύθυνος για το πώς λειτουργεί ο Δήμος προς τα μέσα. Γιατί τελικά, αυτό που ενδιαφέρει τους δημότες είναι αν ο Δήμος λειτουργεί δίκαια και καθαρά, αν οι υπηρεσίες σέβονται τους πολίτες, αν τηρούνται οι κανόνες, αν η διοίκηση λειτουργεί με διαφάνεια και όχι με μεθοδεύσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η επαναλαμβανόμενη πρακτική των «αυτοψιών» του Δήμου Καλαμάτας γεννά σοβαρά ερωτήματα.
Ο Δήμος Καλαμάτας αποστέλλει κατ’ επανάληψη κλήσεις για «παροχή απόψεων» επί εκθέσεων αυτοψίας, οι οποίες ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στον φερόμενο ως παραβάτη κατά τον χρόνο που φέρονται ότι συντάχθηκαν. Δεν υπάρχει επίδοση, δεν υπάρχει θυροκόλληση, δεν υπάρχει πιστοποίηση άρνησης υπογραφής. Υπάρχουν μόνο εκθέσεις που εμφανίζονται εκ των υστέρων, συσσωρευμένες.
Δεν μπορείς να ζητάς απόψεις για κάτι που δεν έχεις ποτέ επιδώσει. Και σίγουρα δεν μπορείς να το επαναλαμβάνεις αυτό κάθε μήνα, σαν να πρόκειται για κανονική και νόμιμη διοικητική διαδικασία.
Οι εκθέσεις παραμένουν στο συρτάρι, δεν κοινοποιούνται, δεν προκαλούν συμμόρφωση και εμφανίζονται όλες μαζί εκ των υστέρων, όταν πια ο στόχος δεν είναι η διόρθωση μιας κατάστασης, αλλά η μεθόδευση καταλογισμού και η επιβολή σωρευτικών τελών και προστίμων.
Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Αυτό δεν είναι απλή διοικητική αβλεψία. Είναι μοτίβο.
Η επανάληψη αυτής της πρακτικής για κάθε χρόνο ξεχωριστά και για κάθε μήνα καταδεικνύει κάτι ακόμη σοβαρότερο: ότι οι συγκεκριμένες εκθέσεις δεν λειτούργησαν ποτέ ως εκθέσεις ουσίας. Δεν λειτούργησαν ως πραγματικές αυτοψίες επί τόπου, με σκοπό την άμεση διαπίστωση και τη συμμόρφωση. Λειτούργησαν ως γραφειοκρατικά έγγραφα, τα οποία δεν επιδόθηκαν ακριβώς για να μην ενεργοποιηθεί εγκαίρως αντίδραση και λήψη μέτρων.
Όταν η έκθεση δεν έχει ποτέ επιδοθεί, τότε η «ακρόαση» μετατρέπεται σε προσχηματική πράξη, χωρίς πραγματικό αντικείμενο.
Στο τέλος της ημέρας, όμως, το ερώτημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι απολύτως πρακτικό:
ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
Καλύτερα μια καθαρή χορηγία, παρά πρόστιμα που στήνονται με μεθοδεύσεις.
Ίσως τελικά θα ήταν πιο έντιμο να ζητηθεί χορηγία ευθέως, παρά να επιχειρείται η κάλυψη αναγκών μέσω προστίμων και τελών που στηρίζονται σε πρακτικές μεθόδευσης. Γιατί άλλο η διαφάνεια και άλλο η κοροϊδία του διοικούμενου με γραφειοκρατικά τεχνάσματα που δεν αντέχουν στον έλεγχο.
Όταν η διοίκηση δεν λέει καθαρά τι χρειάζεται και γιατί, αλλά καταφεύγει σε διαδικασίες που θυμίζουν παγίδα και όχι έλεγχο, τότε το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Είναι θεσμικό.
Και αυτό είναι που τελικά πληρώνεται ακριβότερα.