Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το Σύνταγμα του 1975 ως θεμέλιο πολιτικής σταθερότητας τα τελευταία 50 χρόνια, υποστήριξε όμως ότι πρόκειται για ένα κείμενο που «ανήκει στον 20ό αιώνα» και χρειάζεται τολμηρές τομές ώστε να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική κρίση και η ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Κεντρικά σημείατων των του ήταν:
– Η αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών, με μεγαλύτερη συμμετοχή τακτικών δικαστών και περιορισμό του ρόλου της Βουλής, θέση που, όπως είπε, υποστηρίζει εδώ και 20 χρόνια.
– Η άρση ή αναθεώρηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, στο πλαίσιο της μάχης κατά του «βαθέος κράτους», με έμφαση στη διαρκή αξιολόγηση ως κινητήρια δύναμη μιας αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
– Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, με στόχο την άρση του «αναχρονιστικού μονοπωλίου» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
– Η καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε να ενισχυθεί το κύρος του θεσμού.
– Η μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ως πρόσθετη εγγύηση ανεξαρτησίας.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η διαδικασία θα ξεκινήσει με εσωτερικό διάλογο στη Νέα Δημοκρατία και κάλεσε κόμματα και πολίτες σε έναν «εποικοδομητικό προβληματισμό» με στόχο ευρύτερες συναινέσεις. Τόνισε, τέλος, ότι η αναθεώρηση πρέπει να περιλαμβάνει και δικλίδες δημοσιονομικής σταθερότητας και συνέπειας των κυβερνητικών υποσχέσεων, ώστε να αποτραπεί η επιστροφή στον λαϊκισμό.
Επιφυλακτική η αντιπολίτευση στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες
Η υποδέχθηκε το διάγγελμα με έντονη δυσπιστία, κάνοντας λόγο για εργαλειοποίηση της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μιλένα Αποστολάκη ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση «σέρνεται» εδώ και χρόνια και εξυπηρετεί μικροπολιτικές σκοπιμότητες του πρωθυπουργού. Επισήμανε ότι προτεραιότητα δεν είναι οι εσωκομματικές συζητήσεις, αλλά μια πιο σοβαρή, επιθετική και πειστική αντιπολίτευση απέναντι στην κυβερνητική στρατηγική.
Ο εκπρόσωπος Τύπου Κώστας Τσουκαλάς μίλησε για υποκρισία, ειδικά στο θέμα του άρθρου 86, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση το αξιοποίησε για να προστατεύσει υπουργούς και τώρα εμφανίζεται ως μεταρρυθμιστής. Στο ζήτημα της μονιμότητας, προειδοποίησε ότι η άρση της μπορεί να οδηγήσει σε κομματικές διώξεις και πελατειακές απολύσεις, ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν εφαρμόζει ούτε τους νόμους αξιολόγησης που η ίδια ψήφισε.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο βουλευτής Βασίλης Κόκκαλης δήλωσε ότι «πάει πολύ» να ζητά συναίνεση μια κυβέρνηση που, κατά τον ΣΥΡΙΖΑ, έχει παραβιάσει επανειλημμένα το Σύνταγμα. Ο πρόεδρος του κόμματος, Σωκράτης Φάμελλος, έκανε λόγο για βάναυση καταστρατήγηση του Συντάγματος και χαρακτήρισε υποκριτική την πρωτοβουλία Μητσοτάκη. Υποστήριξε ότι πίσω από τις προτάσεις κρύβονται σχέδια αποδόμησης δημόσιων αγαθών, της δημόσιας Παιδείας και της περιβαλλοντικής προστασίας, καλώντας τα προοδευτικά κόμματα να αποτρέψουν «κερκόπορτες».
Περισσότερο πολιτική παρά θεσμική η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος
Ο Πρωθυπουργός άνοιξε τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και, αναμφίβολα, πρόκειται για μια πολιτική πρωτοβουλία. Από εκεί και πέρα, όμως, η ουσία βρίσκεται
Η αντιπολίτευση δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Δεν «τσίμπησε». Και αυτό ενδεχομένως να μην είναι τυχαίο. Είναι πιθανό ο Κυριάκος Μητσοτάκης να επιδιώκει περισσότερο τη διαμόρφωση ενός πολιτικού αφηγήματος παρά την ίδια την αναθεώρηση: να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που προτείνει αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, που ζητά συναίνεση και συνεννόηση –κυρίως από το ΠΑΣΟΚ– και να μεταφέρει την ευθύνη του αδιεξόδου σε όσους αντιδρούν, παρουσιάζοντάς τους ως δύναμη άρνησης και υπονόμευσης των θεσμών.
Ωστόσο, με βάση τα σημερινά και τα διαφαινόμενα κοινοβουλευτικά δεδομένα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει ουσιαστική Συνταγματική Αναθεώρηση. Το άρθρο 110 του Συντάγματος θέτει αυξημένες πλειοψηφίες: απαιτούνται 180 ψήφοι είτε στην προτείνουσα Βουλή είτε στην αναθεωρητική. Αν μια διάταξη εγκριθεί τώρα με 180 βουλευτές, στην επόμενη Βουλή αρκούν 151 για τον καθορισμό του περιεχομένου της. Αντίστροφα, αν σήμερα συγκεντρωθούν 151 ψήφοι, τότε στην αναθεωρητική Βουλή απαιτούνται 180.
Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν φαίνεται, προς το παρόν, να μπορεί να καλυφθεί. Έτσι, η συζήτηση για το Σύνταγμα μοιάζει περισσότερο να εξελίσσεται ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και λιγότερο ως μια ώριμη διαδικασία θεσμικής αναθεώρησης με πιθανότητες ολοκλήρωσης.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dg4fgxvmtswh?integrationId=eexbs1jkg0kofln}