Μεταξύ των βασικών προβλέψεων της πρότασης είναι η κατάργηση του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, η θέσπιση αυτοματοποιημένης πρότασης ρύθμισης, στην οποία οι πιστωτές θα πρέπει να απαντούν εντός 15 ημερών, καθώς και η σύνδεση της ρύθμισης των οφειλών με το πραγματικό εισόδημα του οφειλέτη και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης.
Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών σε βάθος έως 25 ετών, με χαμηλό επιτόκιο, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της εξωδικαστικής διαδικασίας η δικαστική προστασία θα ενεργοποιείται αυτομάτως και χωρίς κόστος για τον οφειλέτη.
Ο ρόλος της Αναπτυξιακής Τράπεζας
Κεντρικό σημείο της πρότασης αποτελεί ο ρόλος που προτείνεται να αναλάβει η Αναπτυξιακή Τράπεζα στη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων.
Σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, η Αναπτυξιακή Τράπεζα θα μπορεί να αποκτά χαρτοφυλάκια δανείων από τη δευτερογενή αγορά απαιτήσεων και από μη τραπεζικές εταιρείες απόκτησης δανείων. Στη συνέχεια, τα δάνεια θα επαναρυθμίζονται με όρους αγοράς, αλλά με αυξημένες πρόνοιες υπέρ των δανειοληπτών.
Όπως υποστηρίζει το κόμμα, στόχος είναι να διαγράφεται σημαντικό μέρος της οφειλής, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή στην οποία αποκτήθηκε το δάνειο και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους. Το υπόλοιπο ποσό θα μπορεί να ρυθμίζεται σε μακροπρόθεσμη βάση, με κριτήριο το πραγματικό εισόδημα, τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης και την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
«Ένα δάνειο που αγοράστηκε στο 10% ή στο 20% της αξίας του δεν μπορεί να απαιτείται στο 100%», αναφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζοντας ότι μέρος της διαφοράς θα πρέπει να επιστρέφει στον οφειλέτη μέσω ουσιαστικού «κουρέματος».
Η πρόταση προβλέπει ακόμη ότι δάνεια με οικιστικές εξασφαλίσεις τα οποία, παρά τις ευνοϊκές ρυθμίσεις, παραμένουν ανεπίδεκτα είσπραξης, θα μπορούν να πωλούνται με όρους αγοράς σε φορέα εκτός Γενικής Κυβέρνησης, στον οποίο την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου θα έχει ο ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με την πρόταση, τα ακίνητα αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στεγαστικής πολιτικής, με την κατασκευή κατοικιών και την προσφορά προσιτού ενοικίου.
Τα στοιχεία που επικαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ για τα «κόκκινα» δάνεια
Στην εισηγητική έκθεση επισημαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων βρίσκεται πλέον στην κατοχή μη τραπεζικών ιδρυμάτων, δηλαδή εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων, ενώ τη διαχείρισή τους έχουν αναλάβει οι servicers.
Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ο ΣΥΡΙΖΑ, στα τέλη του 2025 τα δάνεια προς servicers από funds ανέρχονταν σε 81,5 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αντιστοιχούσαν στο 89,2%, δηλαδή περίπου 72,7 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, τα δάνεια προς servicers από τράπεζες ανέρχονταν σε 9,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 4,11 δισ. ευρώ αφορούσαν μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Στα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση, βρίσκονταν μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ύψους 1,6 δισ. ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό ανερχόταν σε 5,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 4,1 δισ. ευρώ αφορούσαν τις ΕΔΑΔΠ.
Η πρόταση αναφέρεται επίσης στους λεγόμενους «μη λογιστικοποιημένους τόκους», τους οποίους χαρακτηρίζει «πανωτόκια». Επικαλούμενος στοιχεία από παλαιότερες εκθέσεις Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος έως τον Μάιο του 2022, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι το σχετικό ποσό ανερχόταν σε 29,8 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 23,6 δισ. ευρώ αφορούσαν μη εξυπηρετούμενες οφειλές.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η εισηγητική έκθεση υπολογίζει το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων μη λογιστικοποιημένων τόκων, σε 102,02 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025.
Επαναφορά του νόμου Κατσέλη
Βασική πρόβλεψη της πρότασης είναι η κατάργηση του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020 και η επαναφορά του ατομικού πτωχευτικού πλαισίου που συνδέεται με τον «νόμο Κατσέλη».
Το προτεινόμενο πλαίσιο θα περιλαμβάνει ισχυρό εξωδικαστικό σκέλος, με αυτοματοποιημένη πρόταση ρύθμισης και υποχρεωτικότητα αποδοχής από τους πιστωτές, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει την επανασύσταση του πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας και ρύθμισης των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Στόχος, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, είναι το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων να διευθετείται εξωδικαστικά, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των δικαστηρίων.
Ποιοι θα καλύπτονται από την προστασία της πρώτης κατοικίας
Η προστασία της πρώτης κατοικίας, σύμφωνα με την πρόταση, θα αφορά νοικοκυριά με συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Για το εισόδημα προβλέπονται:
- έως 15.000 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό,
- έως 23.500 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικα μέλη,
- προσαύξηση κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος, έως τρία εξαρτώμενα μέλη.
Έτσι, το ανώτατο εισοδηματικό όριο θα μπορούσε να φτάνει έως τις 38.500 ευρώ.
Ως προς την αντικειμενική αξία της πρώτης κατοικίας, το προτεινόμενο πλαίσιο προβλέπει όριο 220.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό. Το όριο αυξάνεται κατά 40.000 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικα μέλη και κατά 20.000 ευρώ για κάθε τέκνο, έως τρία τέκνα. Το ανώτατο όριο διαμορφώνεται έτσι στις 320.000 ευρώ.
«Κούρεμα» οφειλών και αποπληρωμή έως 25 χρόνια
Η πρόταση προβλέπει ακόμη διαγραφή του μέρους της εξασφαλισμένης με κατοικία οφειλής έως το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Το υπόλοιπο ποσό θα αποπληρώνεται σε διάρκεια έως 25 ετών ή και περισσότερο, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το δικαστήριο.
Σε περιπτώσεις όπου η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη δεν επαρκεί και το δάνειο δεν είναι εξασφαλισμένο, η αποπληρωμή θα συνδέεται με τη διαφορά μεταξύ του εισοδήματος και των εύλογων δαπανών διαβίωσης.
Η διαδικασία, σύμφωνα με την πρόταση, θα ξεκινά μέσω εξωδικαστικής πλατφόρμας. Εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία εξαιτίας τεκμηριωμένης καταγγελίας για δολιότητα ή λανθασμένης αξιολόγησης της επιλεξιμότητας, η υπόθεση θα μεταφέρεται υποχρεωτικά στο δικαστικό σκέλος του προτεινόμενου πλαισίου, με αυτοματοποιημένη αίτηση και χωρίς έξοδα για τον οφειλέτη.
Τα στοιχεία για την αύξηση του ιδιωτικού χρέους
Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει στην εισηγητική έκθεση ότι το πρόβλημα της υπερχρέωσης παραμένει ιδιαίτερα μεγάλο και πλέον αφορά κυρίως εξωτραπεζικούς φορείς.
Παράλληλα, επικαλείται στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το ιδιωτικό χρέος σε απόλυτους αριθμούς αυξήθηκε από 203,19 δισ. ευρώ το 2019 σε 239,9 δισ. ευρώ το 2025. Η αύξηση ανέρχεται, σύμφωνα με την ίδια πηγή, σε 36,7 δισ. ευρώ ή περίπου 18% μέσα σε έξι χρόνια.
Στην εισηγητική έκθεση γίνεται επίσης αναφορά στις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τα ασφαλιστικά ταμεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει ότι οι οφειλές αυτές αυξήθηκαν κατά 27,2 δισ. ευρώ, ή 19,5%, σε σχέση με τον Ιούνιο του 2019, φτάνοντας τα 166,9 δισ. ευρώ, έναντι 139,65 δισ. ευρώ τότε.
Παράλληλα, επικαλείται στοιχεία της Eurostat για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών σε τράπεζες, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και ενοίκια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, το 41,8% των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να εξοφλεί εγκαίρως τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ποσοστό που, όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι 4,5 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος ανέρχεται σε 9,2%.
Επαναφορά και άλλων διατάξεων
Η πρόταση νόμου προβλέπει, τέλος, την επέκταση του πλαισίου του «νόμου Κατσέλη» και σε φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ιδιότητα, ενώ προτείνεται επίσης η επαναφορά του Πτωχευτικού Νόμου 3588/2007 για τα νομικά πρόσωπα.
Παράλληλα, ο εξωδικαστικός μηχανισμός του 2017 θα εξακολουθήσει να ισχύει, σύμφωνα με την πρόταση, χωρίς τις προϋποθέσεις που συνδέονται με το πτωχευτικό πλαίσιο του 2021.
Ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει την υπερχρέωση «μείζονα ανάσχεση» για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και υποστηρίζει ότι η αντιμετώπισή της απαιτεί ένα συνολικό πλαίσιο που θα συνδυάζει ρυθμίσεις οφειλών, προστασία της πρώτης κατοικίας και ισχυρότερη δικαστική και εξωδικαστική προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.