Για παραγωγικές συνομιλίες και λόγο η Μόσχα
Σύμφωνα με ρωσικά μέσα, . Πέραν των πρωταγωνιστών, παρευρέθηκαν υψηλόβαθμοι συνεργάτες των δύο πλευρών και διερμηνείς, ωστόσο λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των συζητήσεων δεν έχουν αποκαλυφθεί. Η Μόσχα, πάντως, επιχείρησε να προσδώσει θετικό τόνο στην ατμόσφαιρα, με τον Πούτιν να υποδέχεται τους Αμερικανούς δηλώνοντας τη χαρά του για την παρουσία τους και επιδεικνύοντας την αναπτυξιακή πρόοδο της ρωσικής πρωτεύουσας.
Παράλληλα, ο Ρώσος πρόεδρος προκάλεσε ανησυχία με τις δηλώσεις του περί της ετοιμότητας της Ρωσίας σε περίπτωση που – όπως ισχυρίστηκε – , επισημαίνοντας ότι μία τέτοια εξέλιξη «θα τελείωνε πολύ γρήγορα» και αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Μόσχα δεν θα δρούσε με την «χειρουργική ακρίβεια» που, όπως ισχυρίζεται, χρησιμοποιεί στην Ουκρανία.
Καθώς οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαμορφώσουν, σε αντίθεση με την εποχή Μπάιντεν κατά την οποία επικρατούσε η δέσμευση στην ενότητα του δυτικού στρατοπέδου, διαμεσολαβητικό ρόλο, ο Ντόναλντ περιγράφει την κατάσταση στην Ουκρανία ως «μπάχαλο», ενώ το Κίεβο εκφράζει φόβους για πιθανή κόπωση της δυτικής στήριξης. Στο τραπέζι βρίσκονται δύο μεγάλα ανοιχτά ζητήματα:
- πρώτον, το ενδεχόμενο υποχρεωτικής αποχώρησης ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές που σήμερα ελέγχουν, κάτι που θα μπορούσε να αφήσει την πρωτεύουσα εκτεθειμένη σε μελλοντικές επιθετικές ενέργειες της Μόσχας·
- δεύτερον, το πλαίσιο εγγυήσεων ασφαλείας το οποίο θα κληθεί να διαμορφώσει τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική. Με τα ειρηνευτικά στρατεύματα να θεωρούνται πια παρωχημένη επιλογή, η Ρωσία επιμένει σε περιορισμό των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, θέση που το Κίεβο χαρακτηρίζει απαράδεκτη και επικίνδυνη.
Ο Ρόλος της Ευρώπης: Από την Ενότητα του Πολέμου στις Ρωγμές της Ειρήνης
Για την Ευρώπη, ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε ιστορικό σοκ και ταυτόχρονα καταλύτη πρωτοφανούς ενότητας. Από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο, τα κράτη–μέλη της ΕΕ αντέδρασαν συντονισμένα, όπως ανέφερε σε ανάλυση του την περασμένη εβδομάδα t. Υποδέχθηκαν εκατομμύρια πρόσφυγες, υποστήριξαν στρατιωτικά και οικονομικά την Ουκρανία, επέβαλαν αλλεπάλληλα πακέτα κυρώσεων στη Ρωσία, συνεργάστηκαν στενά με το Λονδίνο και άνοιξαν τον δρόμο για την ευρωπαϊκή προοπτική του Κιέβου.
Ωστόσο, όπως αναδεικνύεται πλέον, αυτή η ενότητα ενδέχεται να αποδειχθεί πρόσκαιρη. Όταν οι εχθροπραξίες τερματιστούν, η Ευρώπη πιθανότατα θα βρεθεί μπροστά στις βαθιές εσωτερικές της αντιφάσεις. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που αισθάνονται πιο άμεσα την απειλή μιας ενδεχόμενης ρωσικής ανασύνταξης, θα πιέσουν για σκληρή στάση απέναντι στη Μόσχα. Αντίθετα, η Δυτική Ευρώπη θα επιδιώξει σταδιακή εξομάλυνση των σχέσεων και επιστροφή στην οικονομική κανονικότητα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη γερμανική ανάγκη για φθηνή ενέργεια.
Οι πιθανές μελλοντικές ρωγμές θα είναι βαθιές και κάθετες – όχι μόνο μεταξύ κρατών, αλλά και στο εσωτερικό των εθνικών κοινοβουλίων. Οι μεταπολεμικές ανάγκες της Ουκρανίας θα οξύνουν το χάσμα: ποιος θα αναλάβει την ανασυγκρότηση; Τι θα γίνει με τους πρόσφυγες του 2022; Μπορεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη να στηρίξει μια μακρά πορεία ένταξης ενός κράτους που δοκιμάζεται από διαφθορά, οικονομική αποδιάρθρωση και τεράστιες κοινωνικές πληγές;
Επιπλέον, η συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρώπης από τις ΗΠΑ —που κάποτε προωθούσε κυρίως ο Εμανουέλ Μακρόν— κερδίζει έδαφος. Παρόλα αυτά, για την Ανατολική Ευρώπη οποιαδήποτε απομάκρυνση από την αμερικανική ομπρέλα παραμένει εξαιρετικά ανησυχητική. Η ήπειρος θα δοκιμαστεί περισσότερο την επομένη της ειρήνης, όταν οι φυγόκεντρες δυνάμεις που είχε συγκρατήσει ο πόλεμος επανενεργοποιηθούν.
Η Ελλάδα: Προκλήσεις, Προτεραιότητες και Στρατηγική Ψυχραιμία
Η Ελλάδα παρακολουθεί τις εξελίξεις με προσοχή, γνωρίζοντας ότι Η Αθήνα απορρίπτει κάθε αναγνώριση αλλαγής συνόρων που προέκυψαν μέσω βίας, τόσο λόγω της αρχής του Διεθνούς Δικαίου όσο και επειδή τέτοιου είδους προηγούμενα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την Τουρκία στο ζήτημα των κατεχομένων της Κύπρου ή ακόμη και σε ρητορικές περί «προστασίας μειονοτήτων» στη Θράκη. Για αυτόν τον λόγο η κυβέρνηση Μητσοτάκη υιοθέτησε εξ αρχής μία αρκετά φιλική προς την Ουκρανία πολιτική, ακόμη και με παροχή οπλικού υλικού.
Επιπλέον, η Ελλάδα —όπως και τα περισσότερα μικρά και μεσαία κράτη— έχει θεμελιώσει την ασφάλειά της στην προβλεψιμότητα και τη νομιμότητα της διεθνούς τάξης. Κάθε de jure ή de facto μεταβολή συνόρων στην Ουκρανία θα αποδυνάμωνε αυτήν την αρχή, με μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Παράλληλα, η συμμετοχή σε μελλοντικό πλαίσιο εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη για την Αθήνα. Με τα ελληνοτουρκικά ανοιχτά, η Ελλάδα δεν μπορεί να διαθέσει κρίσιμες στρατιωτικές δυνάμεις στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο αυτό, η συμβολή της πιθανότατα θα περιοριστεί σε υγειονομική υποστήριξη ή σε έμμεση ενίσχυση μέσω μεταβίβασης παλαιότερου υλικού σε ευρωπαϊκούς εταίρους.
Τέλος, η Τουρκία αναμένεται να ενισχύσει τη γεωστρατηγική της θέση. Η συμμετοχή της στο νέο πλαίσιο ασφαλείας —σε αντίθεση με την περιορισμένη εμπλοκή της Ουάσιγκτον— προσφέρει στην Άγκυρα την ευκαιρία να προβάλλει το προφίλ περιφερειακής δύναμης, ενώ η ισχυροποίηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας διευρύνει το στρατηγικό αποτύπωμα της χώρας.
Αυτά τα δεδομένα προκαλούν εύλογες ανησυχίες στην Αθήνα, η οποία καλείται να διαμορφώσει νέα στρατηγική και να προσαρμοστεί σε αυτήν την εύθραυστη γεωπολιτική κατάσταση.