Όπως ήταν αναμενόμενο, η ομιλία του πρωθυπουργού είχε έντονο προεκλογικό άρωμα. Το των 2 δισ. ευρώ έχει στόχο να γεφυρώσει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, τη στήριξη των οποίων χρειάζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης εάν θέλει να εξασφαλίσει νέα τετραετία με αυτοδυναμία.
Το τέλος επιτηδεύματος καταργείται σταδιακά, οι ελεύθεροι επαγγελματίες απαλλάσσονται, εφόσον είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, από τις προσαυξήσεις των τεκμηρίων, ενώ τα νομικά πρόσωπα θα δουν άμεσα μείωση της προκαταβολής φόρου κατά 5%. Οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ απαλλάσσονται από τον φόρο, ενώ οικογένειες με παιδιά τυγχάνουν πρόσθετης στήριξης.
«Διαφημίστηκε» επίσης η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, που απευθύνεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, ενώ έγινε άνοιγμα και προς τους δημοσίους υπαλλήλους, με επίδομα 500 ευρώ μικτά κάθε Χριστούγεννα. Παράλληλα, αυξάνεται στα 400 ευρώ η ετήσια ενίσχυση για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών.
Από τα μέτρα που εξήγγειλε, το πιο σημαντικό είναι πιθανότατα το «Σπίτι μου ΙΙΙ». Μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο τιτάνιο κόστος της στέγασης και ο πρωθυπουργός θέλησε, με το νέο πρόγραμμα, να προβάλλει ένα πιο κοινωνικό προφίλ. Ανακοίνωσε ακόμη την αύξηση του φόρου μεταβίβασης για αγορές ακινήτων από πολίτες τρίτων χωρών, από το 3% στο 15%.
Στάθηκε ακόμη στο επίδομα ενοικίου, που εφαρμόζεται από πέρυσι, και αναφέρθηκε εκ νέου στις μειώσεις ή την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε περιοχές της περιφέρειας.
Προς ολοκλήρωση της τετραετίας
Με την ομιλία του πρωθυπουργού έγινε, σε μεγάλο βαθμό, σαφές ότι κλείνει προς την ολοκλήρωση της τετραετίας και ότι το σενάριο προσφυγής στην κάλπη νωρίτερα απομακρύνεται. Στο επιτελείο του φαίνεται να επικράτησε η εκτίμηση ότι η απόδοση των μέτρων είναι εκείνη που, εν τέλει, θα φέρει πίσω στο κόμμα του κρίσιμα εκλογικά τμήματα, όπως εκείνα των ελεύθερων επαγγελματιών και των αγροτών, που του είχαν χαρίσει μια άνετη επικράτηση στις εκλογές του 2023.
Υπό αυτή την έννοια, η ομιλία στη ΔΕΘ δεν ήταν μόνο μια παρουσίαση οικονομικών μέτρων. Ήταν και μια πρώτη προσπάθεια να διαμορφωθεί το πολιτικό αφήγημα πάνω στο οποίο θα κινηθεί η Νέα Δημοκρατία μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Από εκεί και πέρα, ο πρωθυπουργός επιχείρησε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του να αναδείξει την αντίθεση του σήμερα με το 2019. Υποστήριξε ότι πρόκειται για μια διαφορετική Ελλάδα, που κατάφερε να διαχειριστεί πολλαπλές κρίσεις, όπως την πανδημία και το μεταναστευτικό, η οποία δανείζεται φθηνότερα από τις αγορές σε σχέση με άλλα προηγμένα κράτη, είναι αμυντικά θωρακισμένη, δημοσιονομικά πειθαρχημένη, με αναπτυξιακούς ρυθμούς άνω του 2% και με μεγάλη υποχώρηση της ανεργίας.
Επιχείρησε, γενικότερα, να παρουσιάσει τις αλλαγές ως μια εξέλιξη που προήλθε με συγκεκριμένο πλάνο και πειθαρχία και υποστήριξε πως ό,τι υποσχέθηκε η κυβέρνησή του το τήρησε.
Το «καρφί» στον Τσίπρα
Από την ομιλία, πάντως, δεν έλειψαν οι αιχμές κατά της αντιπολίτευσης, την οποία κατηγόρησε ως ανεύθυνη, υποστηρίζοντας ότι αναλώνεται σε έωλα συνθήματα και ανέφικτες προτάσεις. Πιο αιχμηρός ήταν απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο χαρακτήρισε λαοπλάνο και συνέδεσε με τους στίχους του τραγουδιού του Δημήτρη Μητροπάνου και της Αλέκας Κανελλίδου «Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω».
Απέφυγε, αντίθετα, το τζαρτζάρισμα με τον Αντώνη Σαμαρά, ενδεχομένως επειδή μια τέτοια σύγκρουση θα γινόταν υπό το πρίσμα των ενστάσεων του Μεσσήνιου πολιτικού για τη woke agenda.
Το στοίχημα της σταθερότητας
Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία διεκδικεί μια τρίτη τετραετία, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα κέρδη της προηγούμενης περιόδου, και πρόβαλε τον εαυτό του ως εγγυητή αυτής της πορείας και της διατήρησης της σταθερότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σταθερότητα σε ένα σύνθετο και εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο προστίθεται και η πρόκληση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο, επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των μέτρων στο ευρύτερο δίλημμα που θα θέσει, όπως φαίνεται, στις επόμενες εκλογές: σταθερότητα και συνέχεια ή πολιτική αβεβαιότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά του στην ανάληψη της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα το 2027. Σαφέστατα, μια χώρα με μια αδύναμη κυβέρνηση δεν θα είχε τα ίδια περιθώρια για μια πετυχημένη προεδρία. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός έδειξε ότι το να είναι ο ίδιος πρωθυπουργός εκείνη την περίοδο αποτελεί για τον ίδιο ένα μεγάλο προσωπικό στοίχημα.