Ο έμπειρος διπλωμάτης αναγνωρίζει ότι το βασικό πρόβλημα της Τουρκίας στο Αιγαίο πηγάζει από τη γεωγραφία του και τον μεγάλο αριθμό ελληνικών νησιών, τα οποία, εφόσον διαθέτουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, περιορίζουν τις τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Αναφερόμενος στα χωρικά ύδατα, σημειώνει ότι ακόμη και σήμερα, με το ισχύον όριο των 6 ναυτικών μιλίων, τα τουρκικά πλοία που κινούνται από την Κωνσταντινούπολη προς τη νότια Τουρκία διέρχονται αναπόφευκτα από ελληνικά χωρικά ύδατα, αξιοποιώντας το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης.
Στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, επισημαίνει ότι η Συνθήκη της Λωζάνης δεν προβλέπει γενική αποστρατιωτικοποίηση για όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ παραδέχεται ότι η ελληνική θέση για τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη μετά τη Σύμβαση του Μοντρέ διαθέτει ισχυρή νομική βάση.
Παράλληλα, αναγνωρίζει μια εμφανή αντίφαση στην τουρκική επιχειρηματολογία, καθώς η Άγκυρα επικαλείται τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 για τα Δωδεκάνησα, παρότι δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της, ενώ την ίδια στιγμή απορρίπτει την εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας ακριβώς επειδή δεν την έχει υπογράψει.
Ο Kuneralp εκτιμά ακόμη ότι, εάν η Τουρκία θεωρούσε πραγματικά πως ο εξοπλισμός των ελληνικών νησιών συνιστά σοβαρή απειλή, θα είχε ήδη προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κάτι που δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα.
Τέλος, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην προοπτική ψήφισης νόμου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», εκτιμώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα δυσχέραινε τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Δύση και θα δημιουργούσε πρόσθετες εντάσεις σε μια περίοδο διπλωματικών επαφών.
Αν και οι απόψεις του δεν εκφράζουν την επίσημη τουρκική πολιτική, η παρέμβασή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέρχεται από έναν έμπειρο διπλωμάτη που αναγνωρίζει δημόσια ότι σε ζητήματα όπως η υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών και η επίκληση διεθνών συνθηκών, η επιχειρηματολογία της Άγκυρας παρουσιάζει σημαντικές αδυναμίες.