Πώς η απανθρακοποίηση θυσιάστηκε στην εξεταστική των εντολέων και γιατί η ζημία του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνίας επιστρέφει ως λογαριασμός.
Τι δείχνει η ιστορία όταν οι αποφάσεις δεν βγαίνουν πια από τις ανάγκες των πολιτών. Και τι πληρώνεται, αργά ή γρήγορα, όταν η εξουσία ξεχνά το δίκαιο.
Στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, τον περασμένο Απρίλιο, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου είπε δημόσια κάτι που χρόνια έμενε ανείπωτο. Καθισμένος απέναντι στην εκτελεστική αντιπρόεδρο της Κομισιόν Τερέζα Ριμπέρα, παραδέχθηκε ότι η απανθρακοποίηση είχε αντιμετωπιστεί «σαν ιερό δισκοπότηρο», κάτι που «υπερίσχυε της κοινωνικής συνοχής, της ανταγωνιστικότητας ή της αποβιομηχάνισης». Και κατέληξε στη φράση που μένει. Η απανθρακοποίηση «δεν είναι αυτοσκοπός».
Η ειρωνεία είναι ολοφάνερη. Το κήρυγμα του ρεαλισμού το εκφωνεί σήμερα η ίδια παράταξη που χθες έτρεξε να κλείσει τα λιγνιτικά εργοστάσια πιο γρήγορα κι από τη Γερμανία.
65%+
<8%
55%
Πότε, λοιπόν, ήταν «ιερό δισκοπότηρο» και πότε έγινε «μη αυτοσκοπός»;
Λιγνίτης από την πίσω πόρτα
Υπάρχει όμως κι ένα κομμάτι της ιστορίας που σπάνια λέγεται δυνατά. Την ίδια ώρα που κλείναμε τα δικά μας ορυχεία, η Ελλάδα άρχισε να εισάγει ρεύμα παραγμένο από λιγνίτη. Έρχεται κυρίως από τα Βαλκάνια, από τη Βουλγαρία, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία, εκεί όπου ο λιγνίτης παραμένει βασικό καύσιμο για το ηλεκτρικό.
Και το παράδοξο μεγαλώνει. Η εγχώρια λιγνιτική παραγωγή έπεσε στο ιστορικό χαμηλό, γύρω στο 4,7 με 5 τοις εκατό μέσα στο 2025 και το 2026. Δεν καίμε πια λιγνίτη στο χώμα μας. Καταναλώνουμε όμως λιγνιτικό ρεύμα, μόνο που παράγεται αλλού.
Αν το δεις έτσι, η «απολιγνιτοποίηση» μοιάζει περισσότερο λογιστική παρά ουσιαστική. Το CO₂ βγαίνει στις καμινάδες των Βαλκανίων και το ρεύμα καταλήγει στις δικές μας πρίζες. Στα χαρτιά η χώρα γίνεται πιο «πράσινη». Στην ατμόσφαιρα, που δεν ξέρει από σύνορα, δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα. Άλλο ένα «ιερό δισκοπότηρο» που, αν το ζυγίσεις από κοντά, δείχνει πιο πολύ λογιστικό τρικ παρά στρατηγική.
Ο «καλός μαθητής» και οι ρεαλιστές
Η σύγκριση με τη Γερμανία, την Τουρκία και τους γείτονες στα Βαλκάνια δείχνει το μέγεθος του παραλόγου. Όσο η Αθήνα έσπευδε να πάρει άριστα στην τάξη των Βρυξελλών, οι άλλοι κινούνταν με γνώμονα το δικό τους συμφέρον.
Η τακτική της Γερμανίας. Η χώρα που κήρυξε την πράσινη ατζέντα στην Ευρώπη έκανε στην πράξη το αντίθετο από εμάς. Όταν χτύπησε η ενεργειακή κρίση, ξανάνοιξε κλειστές μονάδες λιγνίτη και άνθρακα για να κρατήσει χαμηλό το κόστος της βιομηχανίας της. Και ενώ η Ελλάδα νομοθέτησε το βιαστικό κλείσιμο των δικών της μονάδων, το Βερολίνο έβαλε ορίζοντα το 2038, με φιλοδοξία για το 2030 μόνο αν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Δεν πέταξε το καύσιμό του πριν σιγουρευτεί ότι έχει φθηνές εναλλακτικές.
Το ρολόι της μετάβασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βάζει τελικό ορίζοντα το 2050 για μηδενικές καθαρές εκπομπές. Ο σταθμός-κλειδί στον δρόμο είναι το 2030, με στόχο μείωσης 55 τοις εκατό. Η Ελλάδα θέλησε να πιάσει τους στόχους του 2030 πολύ νωρίτερα, κλείνοντας τον λιγνίτη. Το τίμημα αυτής της βιασύνης το πληρώνει σήμερα ο καταναλωτής, ενώ άλλοι μετέθεσαν το βάρος προς το τέλος της δεκαετίας.
Τουρκία και Βαλκάνια. Εδώ είναι το πιο εξοργιστικό κομμάτι. Χώρες εκτός ΕΕ, όπως η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία, συνεχίζουν να καίνε άνθρακα και λιγνίτη χωρίς να πληρώνουν δικαιώματα εκπομπών. Ακόμη και εντός ΕΕ, η Βουλγαρία λειτούργησε για χρόνια με εξαιρέσεις και φθηνότερους όρους. Η Τουρκία, από την πλευρά της, όχι μόνο δεν κλείνει εργοστάσια, αλλά χτίζει νέες μονάδες άνθρακα για να βγάζει φθηνό ρεύμα και να ταΐζει τη βιομηχανία της.
Το αποτέλεσμα φτάνει στη δική μας πρίζα. Έχοντας μειώσει τη φθηνή λιγνιτική παραγωγή της, η Ελλάδα αναγκάζεται να εισάγει ρεύμα από τα Βαλκάνια και την Τουρκία για να καλύπτει τα κενά, ειδικά τα καλοκαίρια που τραβάνε τα κλιματιστικά.
Κλείσαμε τις δικές μας μονάδες για να φαινόμαστε «πράσινοι» στα χαρτιά, και τώρα αγοράζουμε το «βρώμικο» ρεύμα των γειτόνων, παραγμένο από τον ίδιο ακριβώς λιγνίτη και άνθρακα. Οι ρύποι μένουν στην ίδια ατμόσφαιρα, οι ξένες οικονομίες κερδίζουν πουλώντας μας ενέργεια, οι βιομηχανίες τους έχουν φθηνό ρεύμα, κι ο Έλληνας πληρώνει τον «πράσινο» εγωισμό της ηγεσίας του με χρυσά τιμολόγια.
Όχι ρεαλισμός, ομολογία
Η δήλωση αυτή δεν είναι μια «ώριμη στροφή στον ρεαλισμό». Είναι η επίσημη ομολογία μιας προαναγγελθείσας ζημίας εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος και της ελληνικής κοινωνίας.
Η ζημία του δημοσίου, μια εν επιγνώσει απαξίωση. Το ελληνικό κράτος, με δική του πρωτοβουλία, απαξίωσε βίαια και πέταξε στα σκουπίδια μια εγχώρια υποδομή δισεκατομμυρίων, τα λιγνιτικά εργοστάσια και τα ορυχεία της ΔΕΗ, την ίδια ώρα που πλήρωνε χρυσή τη νέα μονάδα «Πτολεμαΐδα V» για να τη λειτουργήσει ελάχιστα και μετά να τη μετατρέψει.
Αντί για ενεργειακή αυτάρκεια, το δημόσιο συμφέρον δέθηκε χειροπόδαρα στο άρμα του εισαγόμενου φυσικού αερίου και των μεγάλων ιδιωτικών ομίλων ενέργειας. Το κράτος απεμπόλησε το δικαίωμα να ορίζει τις τιμές για να προστατεύσει την οικονομία, παραδίδοντας τα πάντα στο Χρηματιστήριο Ενέργειας. Η ζημία είναι διπλή. Απώλεια εθνικού πλούτου και μόνιμη αιμορραγία κεφαλαίων προς το εξωτερικό.
Η ζημία της κοινωνίας, η φτωχοποίηση ως «παράπλευρη απώλεια». Όταν παραδέχεσαι ότι το «ιερό δισκοπότηρο» της πράσινης μετάβασης υπερίσχυσε της κοινωνικής συνοχής, στην ουσία λες στους πολίτες κάτι τέτοιο.
«Ξέραμε ότι οι λογαριασμοί του ρεύματος θα σας γονατίσουν, ότι ολόκληρες περιοχές στη Μακεδονία και την Πελοπόννησο θα ερημώσουν και θα βυθιστούν στην ανεργία, ότι η ακρίβεια θα πνίξει τα σπιτικά σας. Μα το δικό μας success story στις Βρυξέλλες άξιζε τη θυσία σας.»
Η κοινωνία αντιμετωπίστηκε ως πειραματόζωο. Οι πολίτες στερήθηκαν το βασικό αγαθό της φθηνής ενέργειας, όχι γιατί δεν υπήρχε εναλλακτική, αλλά γιατί η πολιτική ηγεσία βιάστηκε να εισπράξει τα εύσημα του «πράσινου πρωτοπόρου».
Το καυστικό διά ταύτα
Το σύστημα δεν μετάνιωσε, ούτε συγκινήθηκε από την ερημοποίηση της Δυτικής Μακεδονίας ή τα κόκκινα τιμολόγια του ρεύματος. Η αλλαγή της ρητορικής, το μάζεμα του «ιερού δισκοπότηρου», γίνεται τώρα επειδή η ζημιά που προκάλεσαν στην κοινωνία άρχισε να επιστρέφει στους ίδιους με τη μορφή πολιτικού κόστους.
Παραδέχονται το λάθος μόνο και μόνο επειδή φοβούνται ότι ο κόσμος, που για χρόνια υποτιμούσαν και περιφρονούσαν, είναι έτοιμος να γκρεμίσει τη βολή τους και να τους στείλει πίσω εκεί από όπου ήρθαν. Είναι η επιβεβαίωση μιας αποικιακού τύπου πολιτικής. Πρώτα εκτελείς πιστά τις κατευθύνσεις που έρχονται απ’ έξω. Αφήνεις την οικονομία να ματώσει. Και όταν το πράγμα φτάσει στο απροχώρητο, βαφτίζεις την αποτυχία «αναθεώρηση στρατηγικής», για να κρατηθείς στην καρέκλα.
Η πολιτική των «εντολών»
Ο πολιτικός σταματά να έχει δικό του όραμα. Γίνεται ένας manager με στόχους. Πιάνει τα targets, παίρνει καλό βαθμό, προχωράει.
Δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο. Μιλάμε για τον κανόνα του παιχνιδιού. Για να μείνεις στην εξουσία, πρέπει να εκτελείς. Όσο εκτελείς, σε στηρίζουν. Μόλις διστάσεις, βρίσκουν τον επόμενο. Κάπως έτσι η «πολιτική των ιδεών» καταντά διαχείριση. Ο κυβερνήτης αποφασίζει για τους πολλούς, αλλά λογοδοτεί σε άλλους, σε όσους του έδωσαν την εντολή.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η εντολή. Είναι το πόσο εύκολα την καταπίνουμε. Κατεβαίνει η οδηγία από ψηλά, ντύνεται με τις σωστές λέξεις, «ρεαλισμός», «πράσινη μετάβαση», «εκσυγχρονισμός», και την άλλη μέρα την παπαγαλίζουν τα κανάλια σαν να ήταν πάντα αυτονόητη. Μονόδρομος. Χωρίς να την έχει εξετάσει κανείς.
Η ηγεμονία ορισμένου χρόνου
Οι επιστάτες των αφεντικών αλλάζουν. Είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Και όταν η φθορά από την κοινωνική οργή μεγαλώνει, το σύστημα επιστρατεύει την “διά της δικαιοσύνης” οδό. Μέσα από εξεταστικές, προανακριτικές και φακέλους που βγαίνουν από το συρτάρι την κατάλληλη στιγμή, οι χρήσιμοι manager αντικαθίστανται από τους επόμενους πρόθυμους. Το σύστημα δεν καίει τους υπαλλήλους του, απλώς τους ανακυκλώνει όταν πάψουν να αποδίδουν
Καμιά εκκρεμότητα δεν ξεχνιέται στην πολιτική. Μένει στο συρτάρι, όπλο για την ώρα που θα χρειαστεί. Γι’ αυτό κάθε ηγεμονία έχει ημερομηνία λήξης. Το σύστημα δεν καίει τους χρήσιμους, τους ανακυκλώνει.
Η εκδίκηση των «μικρών»
Καμιά κυβέρνηση δεν έπεσε ποτέ για μια μακροοικονομική θεωρία. Πέφτουν για τα «μικρά», αυτά που οι τεχνοκράτες των κλειστών γραφείων θεωρούν ψιλά γράμματα. Γιατί ο κόσμος δεν ζει με δείκτες. Ζει με αυτά.
- Δεν τον νοιάζει αν η χώρα είναι «πρωτοπόρος στις ΑΠΕ», όταν ο λογαριασμός του ρεύματος του προκαλεί εγκεφαλικό.
- Δεν τον νοιάζει το «ψηφιακό κράτος», όταν περιμένει μήνες για ραντεβού σε νοσοκομείο ή τα τρένα πάνε «όπου βγει».
- Δεν τον νοιάζουν οι επευφημίες των ξένων οίκων αξιολόγησης, όταν το καλάθι του σούπερ μάρκετ αδειάζει στις 15 του μηνός.
Οι βολεμένοι κοιτούν δημοσκοπήσεις και καθησυχάζονται. Όλα υπό έλεγχο, μέχρι που τα «μικρά» μαζεύονται. Και τότε δεν έρχεται εκδίκηση. Έρχεται ο λογαριασμός. Η εμπιστοσύνη που χάθηκε στα μικρά γυρίζει στην κάλπη, κι εκεί φαίνεται αν μια εξουσία ήταν δίκαιη ή απλώς χρήσιμη.
Η συντήρηση του άδικου και της πρόκλησης ζημιάς έχει τίμημα. Η εξουσία είναι δανεικό πράγμα. Τις ζημιές τις κοστολογούν, και τα δανεικά τα ζητάνε πίσω όταν πάψεις να είσαι δίκαιος. Η κοινωνία και η δικαιοσύνη καραδοκούν. Κι αυτό η ιστορία το έχει δείξει.