«Δεν μπορούμε να λέμε τη Δευτέρα έχουμε Δικαιοσύνη και την Τετάρτη όχι, ανάλογα με το αν μας αρέσει η απόφαση», τόνισε μεταξύ άλλων η κυρία Σακελλαροπούλου, η οποία επεσήμανε ότι «άλλο η κριτική σε μια απόφαση κι άλλο η κριτική σ’ έναν θεσμό». Ξεκαθάρισε δε ότι όταν ασκείται κριτική στον θεσμό, τότε είναι σαν να ροκανίζουμε το κλαδί που καθόμαστε, αν και έσπευσε να προσθέσει: «Προφανώς έχει μερίδιο ευθύνης και η ίδια η δικαιοσύνη, καθώς άνθρωποι είναι και οι δικαστές».
Στη συνέχεια, εξήγησε ότι το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών ενίοτε ξεκινά από το αρνητικό κλίμα που υπάρχει στον πολιτικό κόσμο ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Υπάρχει μια τάση να εμφανίζονται όλα με έναν αρνητικό τρόπο, χωρίς να αντιλέγω ότι δεν υπάρχουν στραβά», σημείωσε. «Δεν είναι δυνατόν να ακούμε πολιτικούς αρχηγούς να λένε ότι δεν εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη», συμπλήρωσε.
Όσον αφορά τις μεγάλες υποθέσεις της τρέχουσας περιόδου, όπως τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούμε να αποφαινόμαστε στο τι θα γίνει σε υποθέσεις που είναι εκκρεμείς στη δικαιοσύνη, ενώ σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση υποστήριξε ότι θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική. «Μπορούν να προστεθούν κάποιες ρυθμίσεις για την κλιματική αλλαγή και την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά μέχρι εκεί», τόνισε.
Ερωτηθείσα για το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, η κυρία Σακελλαροπούλου ξεκαθάρισε ότι το υπάρχον σύστημα «είναι μια χαρά, αρκεί να γίνεται προσεκτική επιλογή». Τα πρόσωπα είναι αυτά που φωτίζουν το σύστημα, πρόσθεσε.
Από την πλευρά του, ο κ. Σαρμάς, θέλοντας να αναφερθεί στο ζήτημα της εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη, διευκρίνισε ότι δεν μιλάμε για έλλειμμα προς όλο το σώμα των δικαστών. Αυτό αφορά μερικές υποθέσεις που έχουν πολιτική σημασία, συνέχισε, προτού εξηγήσει ότι το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι ορισμένοι πολιτικοί έχουν εκφραστεί και έχουν κρίνει. Μάλιστα, υπενθύμισε ότι για τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχουμε αποφάσεις, αλλά πρόβλεψη αποφάσεων.
Κληθείς να σχολιάσει την πρόταση περί ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, σημείωσε ότι «δεν χρειάζεται να αλλοιώσουμε το κοινοβουλευτικό πολίτευμα για να καταπολεμήσουμε το πελατειακό κράτος. Έχουμε άλλους θεσμούς γι’ αυτό».
Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι η τοξικότητα στον δημόσιο διάλογο υπάρχει κυρίως εκεί όπου το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης. Από εκεί και πέρα, συμπλήρωσε, ότι είναι στη λογική του πολιτεύματος να υπάρχει αντίλογος. «Μόνο τα φαινόμενα που οδηγούν σε βία πρέπει να εκφεύγουν. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να γίνουν αποδεκτά».
Τέλος, για τη συνταγματική αναθεώρηση δήλωσε ότι «θα έχει νόημα μόνο αν αποκτούσαμε ένα πραγματικό συνταγματικό δικαστήριο, καθώς τότε θα άλλαζε τελείως το θεσμικό σκηνικό» στην Ελλάδα.