Close Menu
    Facebook X (Twitter) Instagram
    Anticorr
    • ANTICORR NEWS
    • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
      • ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
      • ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
      • ΕΝΕΡΓΕΙΑ
      • REAL ESTATE – ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
      • ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
    • ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
      • ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΝΕΑ
      • ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΝΤΙΔΙΚΙΕΣ
      • ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
      • ΜΕΤΟΧΕΣ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
      • ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ
      • ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
      • ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
      • ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΚΕΝΑ
      • ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ή ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ
    • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ
      • ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
      • ΣΥΝΗΘΗ ΑΡΘΡΑ [ΑΚ και ΚΠολΔ] – ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ ΕΛΕΓΧΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
      • ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΚΩΔΙΚΑ – (ΠΑΡΑ)ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ
      • ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΩΝ
      • SMELL CORR – ΔΗΜΟΣΙΟ
      • ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
      • ΙΔΙΑΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΚΠολΔ (ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ)
      • ΙΔΙΑΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ ΑΚ (ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ)
    • ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ
      • ΥΓΕΙΑ
      • ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ
      • LIFE STYLE
    Anticorr
    Home»ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ»Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

    Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

    13/06/2026
    Facebook Twitter Pinterest LinkedIn Tumblr Email
    Share
    Facebook Twitter LinkedIn Pinterest Email
    ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ 

    Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ

    Η Απόφαση 123/2026  που γεννά ερωτήματα για τη θεσμική λογοδοσία.  Όποιος ασκεί δημόσια εξουσία οφείλει να λογοδοτεί στα γεγονότα και στις συνέπειες των κρίσεών του. Η δικαστική εξουσία δεν εξαιρείται. Η κριτική των δικαστικών κρίσεων δεν είναι ασέβεια προς τη Δικαιοσύνη, είναι όρος της. Η απόφαση αναδεικνύει μια έντονα φορμαλιστική προσέγγιση, η οποία, κατά την άποψη του συντάκτη, δεν αξιολόγησε επαρκώς κρίσιμα πραγματικά και νομικά δεδομένα της υπόθεσης. 

    ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ

    Τα ζητήματα που ανακύπτουν από την απόφαση (123/2026) δεν περιορίζονται στη δικονομική διάσταση της υπόθεσης αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο προσέγγισης θεμελιωδών αρχών του εταιρικού δικαίου.

    Κατά την ασκούμενη κριτική, η απόφαση ερμήνευσε περιοριστικά τις σχετικές διατάξεις, απαιτώντας προηγούμενη έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου για πράξη που, κατά τον ισχυρισμό του διαδίκου, εντασσόταν στις τρέχουσες και συνήθεις συναλλαγές της εταιρείας και ως εκ τούτου εξαιρούνταν από την υποχρέωση αυτή.

    Περαιτέρω, δεν φαίνεται να αξιολογήθηκε επαρκώς το ίδιο το καταστατικό της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε δυνατότητα άσκησης των σχετικών αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

    Κατά συνέπεια, η απόφαση εμφανίζεται να παραμερίζει όχι μόνο την εμπορική πραγματικότητα της συγκεκριμένης συναλλαγής αλλά και την καταστατική αυτονομία της εταιρείας, δηλαδή τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία έχει οργανώσει τη λειτουργία και την εκπροσώπησή της.

    ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗΣ

    Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η ανακοπή κατά επιταγών προς εκτέλεση που εξέδωσε δικηγόρος για απαιτήσεις οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, είχαν ήδη αποσβεστεί. Το σκεπτικό της απόφασης φαίνεται να μην απαντά στα ζητήματα που τέθηκαν.Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας διαδοχικής απομάκρυνσης από τα κρίσιμα ερωτήματα της υπόθεσης.

    Η ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΓΡΑΦΟ

    Πρώτον, η απόφαση αντιμετωπίζει την επιταγή προς εκτέλεση ως αυτοτελές γεγονός, αποσυνδεδεμένο από το απόγραφο επί του οποίου στηρίζεται.

    Κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς, το απόγραφο εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη καταβολή των νόμιμων τελών που προσδιορίζουν το εκτελεστό ποσό και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοσή του. Εφόσον η επιταγή προς εκτέλεση αντλεί τη νομική της υπόσταση από το απόγραφο, η παράκαμψη του ζητήματος αυτού δημιουργεί εύλογο προβληματισμό ως προς την πληρότητα του ελέγχου της εκτελεστικής διαδικασίας.

    Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

    Δεύτερον, αντί να εξεταστεί η συγκεκριμένη εκχώρηση απαίτησης που τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου, η απόφαση φαίνεται να επικεντρώνεται σε διαφορετική εκχώρηση, η οποία, κατά τον διάδικο, δεν αποτελούσε αντικείμενο της επίδικης διαφοράς.

    Έτσι, αντί να αξιολογηθεί η νομιμότητα της συγκεκριμένης πράξης που προτάθηκε ως λόγος απόσβεσης της απαίτησης, η κρίση μετατοπίζεται σε άλλο πραγματικό και νομικό πεδίο. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου.

    Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ

    Τρίτον, δεν φαίνεται να αξιολογήθηκε ο ισχυρισμός ότι η επίδικη εκχώρηση δεν αποτελούσε πράξη μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, αλλά μέσο εξόφλησης υφιστάμενων υποχρεώσεων στο πλαίσιο τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ μέλους και εταιρείας.

    Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά ουσιώδης. Εάν πράγματι η εκχώρηση εντασσόταν στις συνήθεις εταιρικές συναλλαγές, τότε η νομική της αξιολόγηση όφειλε να λάβει υπόψη τον πραγματικό οικονομικό και εμπορικό χαρακτήρα της πράξης και όχι να αντιμετωπιστεί ως απλή μεταβίβαση περιουσίας.

    Η ΠΑΡΑΒΛΕΨΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ

    Τέταρτον, ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η αντιμετώπιση του ζητήματος της προγενέστερης κατάσχεσης. Κατά τους ισχυρισμούς του διαδίκου, είχε ήδη επιβληθεί κατάσχεση εις χείρας τρίτου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 984 ΚΠολΔ, δημιουργούσε νομικό κώλυμα για την έγκυρη καταβολή του επίδικου ποσού. Πρόκειται για ζήτημα που δεν αφορά απλώς την ουσία της διαφοράς αλλά την ίδια τη δυνατότητα παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων από τις μεταγενέστερες πράξεις. Παρά ταύτα, το θέμα αυτό δεν φαίνεται να έλαβε τη βαρύτητα που θα αναμενόταν από τη σημασία του.

    Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 281 ΑΚ

    Η πλέον ανησυχητική διάσταση της υπόθεσης αφορά την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

    Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε ως εξαιρετικός μηχανισμός αποτροπής προφανώς καταχρηστικών συμπεριφορών και όχι ως γενικό εργαλείο περιορισμού της πρόσβασης του πολίτη στη δικαστική προστασία. Η νομολογία έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η εφαρμογή της πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη φειδώ, ιδίως όταν πρόκειται για την άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων και ενδίκων βοηθημάτων.

    Όταν, όμως, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος οδηγεί στην απόρριψη ουσιωδών αιτιάσεων χωρίς πλήρη και ειδική εξέταση των πραγματικών και νομικών δεδομένων που τις στηρίζουν, δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα ως προς τα όρια της δικαστικής κρίσης, την ποιότητα της παρεχόμενης δικαστικής προστασίας και την αποτελεσματικότητα των δικονομικών εγγυήσεων που το ίδιο το κράτος δικαίου οφείλει να διασφαλίζει.

    ΤΟ ΕΣΦΑΛΜΕΝΟ ΜΗΝΥΜΑ

    Πέρα από τη συγκεκριμένη διαφορά, η απόφαση μπορεί να εκληφθεί ότι εκπέμπει ένα ιδιαίτερα προβληματικό μήνυμα προς τους πολίτες και τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.

    Εκπέμπει το μήνυμα ότι μπορεί να επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση επί απαιτήσεων των οποίων η απόσβεση προβάλλεται με συγκεκριμένα νομικά και πραγματικά στοιχεία, χωρίς να εξετάζονται με την απαιτούμενη πληρότητα οι σχετικοί ισχυρισμοί.

    Εκπέμπει το μήνυμα ότι η έκδοση και χρήση επιταγών προς εκτέλεση μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν υφίστανται σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς τη νομιμότητα του εκτελεστού τίτλου και ειδικότερα ως προς το απόγραφο που αποτελεί το θεμέλιο της εκτελεστικής διαδικασίας.

    Εκπέμπει το μήνυμα ότι τραπεζικοί λογαριασμοί πολιτών μπορούν να παραμένουν δεσμευμένοι, παρά την προβολή ισχυρισμών περί απόσβεσης της απαίτησης, μέσω της ακύρωσης εκχώρησης η οποία, κατά τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, δεν αποσκοπούσε σε μεταβίβαση περιουσίας αλλά στην εξόφληση τρέχουσας εταιρικής συναλλαγής, εντασσόμενης στη συνήθη εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας.

    Εκπέμπει το μήνυμα ότι η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να στηρίζεται σε επιταγή της οποίας το θεμέλιο —το απόγραφο— βαρύνεται με ανοιχτά ζητήματα νομιμότητας σχετικά με τα οφειλόμενα τέλη προς το Δημόσιο, χωρίς να ενεργοποιείται ουσιαστικός αυτεπάγγελτος έλεγχος των σχετικών προϋποθέσεων.

    Τέλος, εκπέμπει το μήνυμα ότι ακόμη και η ύπαρξη προγενέστερου νομικού κωλύματος, όπως η κατάσχεση εις χείρας τρίτου και η συνακόλουθη απαγόρευση εγκύρου απόδοσης του επίδικου ποσού, μπορεί να μην αναδεικνύεται ως κρίσιμο στοιχείο της δικαστικής αξιολόγησης.

    Αν αυτή είναι πράγματι η κατεύθυνση που διαμορφώνεται, τότε δεν πλήττεται μόνο ο συγκεκριμένος διάδικος. Πλήττεται η ασφάλεια δικαίου, η προβλεψιμότητα των δικαστικών κρίσεων και η εμπιστοσύνη των πολιτών ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα λειτουργεί εντός των αυστηρών ορίων που θέτει ο νόμος.

    Η μόνη θεσμική απάντηση
    Οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται από την πληρότητα της αιτιολογίας τους, την ορθότητα των νομικών συλλογισμών τους και την ικανότητά τους να απαντούν στα ουσιώδη ζητήματα που θέτουν οι διάδικοι.
    Ιδιαίτερης προσοχής αξίζει το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπήρχε εκκρεμής καταγγελία-αναφορά κατά συλλειτουργών της Δικαιοσύνης για τη δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων που προβάλλονται ως ήδη αποσβεσμένες. Όταν, σε μια τέτοια υπόθεση, μια απόφαση αφήνει αναπάντητα τα κρίσιμα ζητήματα που τέθηκαν, τα ερωτήματα που γεννώνται οφείλουν να εξεταστούν ουσιαστικά.
    Η Επιθεώρηση του Αρείου Πάγου έχει την αρμοδιότητα να εξετάσει αν η αιτιολογία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και αν τα ζητήματα της εκκρεμούς αναφοράς αξιολογήθηκαν με την πληρότητα που απαιτεί το κράτος δικαίου. Μόνο ένας τέτοιος έλεγχος μπορεί να απαντήσει αν πρόκειται για ένα απλό, ανθρώπινο δικαστικό σφάλμα ή για κάτι που χρειάζεται θεσμική διόρθωση.
    Η επιδίωξη αναγκαστικής εκτέλεσης για απαίτηση της οποίας η απόσβεση προβάλλεται τεκμηριωμένα, και η έκδοση απογράφου χωρίς, κατά τους ισχυρισμούς, την προηγούμενη καταβολή των νόμιμων τελών, δεν είναι μόνο νομικά ζητήματα. Είναι και ζητήματα δεοντολογίας, που ελέγχονται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα. 

    Δικηγόροι που κινούνται μετά από απόσβεση απαίτησης χρησιμοποιώντας κάθε μέσο , παραπλανώντας ακόμα και έκδοση απογράφων  δεν υπηρετούν το λειτούργημα αλλά κάτι άλλο.  Ο έλεγχος αυτός οφείλει να ολοκληρωθεί.

    Η μάχη απέναντι σε αυτό που ένας πολίτης αντιλαμβάνεται ως δικαστική αυθαιρεσία δεν είναι προσωπική αντιπαράθεση με δικαστικούς λειτουργούς. Είναι μάχη για την προστασία της νομιμότητας, για την ουσιαστική δικαστική προστασία και, τελικά, για την ίδια την αξιοπιστία του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης.

     

    υπογραφή

    Share. Facebook Twitter Pinterest LinkedIn Email
    falcon
    • Website

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    Αγρυπνία για τον Γ. Μαζωνάκη: Πλήθος κόσμου στην Αγία Τριάδα Νίκαιας- Σε κλειστό κύκλο η ταφή τη Δευτέρα- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    13/09/2026

    Καταδίωξη στη Σάμο: Συνελήφθη 24χρονος ως διακινητής – 19 μετανάστες εντοπίστηκαν στη στεριά

    13/09/2026

    «Κόφτης» από το Ελεγκτικό Συνέδριο για το επίδομα θέσης ευθύνης: Δεν αρκεί η προσωρινή αναπλήρωση για να ανέβει η σύνταξη

    13/09/2026
    Facebook X (Twitter) Instagram
    ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

    Type above and press Enter to search. Press Esc to cancel.