«Είναι αυτονόητο ότι η Ευρώπη θα παράσχει τη στήριξή της προς την Ελλάδα σε οποιαδήποτε απειλή, η οποία υπάρχει προς τη χώρα μας», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η Αθήνα προσβλέπει στη στήριξη και την αλληλεγγύη τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των κρατών-μελών.
Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε στα επίσημα διαβήματα της Ελλάδας προς το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, με αφορμή τις τουρκικές αντιδράσεις για τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και τα ειδικά χωροταξικά σχέδια που προωθεί η Αθήνα.
Όπως σημείωσε, η Ελλάδα έχει ενημερώσει σχετικά και τους Ευρωπαίους εταίρους της, ενώ υποστήριξε ότι οι θέσεις που προβάλλει η Τουρκία δεν στηρίζονται, κατά την ελληνική άποψη, στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Παράλληλα, επικαλέστηκε προηγούμενες τοποθετήσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και πρόσφατη αναφορά του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπέρ της Ελλάδας απέναντι, όπως είπε, σε μονομερείς ενέργειες που αφορούν κυριαρχικά της δικαιώματα.
Διάλογος με την Τουρκία, αλλά χωρίς υπαναχωρήσεις
Ο κ. Γεραπετρίτης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία, σημειώνοντας ότι η ουσιαστική διπλωματία επιτρέπει την αντιμετώπιση των διαφορών ακόμη και σε περιόδους έντασης.
«Την τελευταία τριετία έχουμε κατακτήσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο επικοινωνίας με την Τουρκία», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η σχέση αυτή έχει αποδώσει αποτελέσματα, μεταξύ άλλων στο μεταναστευτικό.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε περίοδο αυξημένης έντασης, την οποία συνέδεσε με μονομερείς τουρκικές ενέργειες.
Όπως υπογράμμισε, η Αθήνα επιδιώκει να συνεχιστεί ο διάλογος και να υπάρχουν μηχανισμοί πρόληψης κρίσεων, χωρίς όμως να τίθεται ζήτημα υποχώρησης από τις εθνικές θέσεις.
«Ο αναγκαίος διάλογος δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει και οποιαδήποτε υπαναχώρηση από τις εθνικές θέσεις», τόνισε, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμά της να αποφασίζει για τη δομή των αμυντικών της δυνάμεων και τις διεθνείς της συμμαχίες.
ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα η βασική διαφορά
Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές διαφορές, ο υπουργός Εξωτερικών επανέλαβε τη θέση της Αθήνας ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς δικαιοδοσίας είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Όπως είπε, η Ελλάδα προχωρά σε πρωτοβουλίες που αφορούν τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα δικαιώματα έρευνας και εξόρυξης, τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα, τις διεθνείς συμμαχίες και την αμυντική της θωράκιση, πάντοτε, όπως υποστήριξε, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.
Ο κ. Γεραπετρίτης σημείωσε ότι Αθήνα και Άγκυρα έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς το εύρος της διαφοράς. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, αντικείμενο διεθνούς επίλυσης μπορεί να είναι αποκλειστικά η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ενώ η Τουρκία συνδέει το ζήτημα και με άλλες αξιώσεις που η Αθήνα δεν αναγνωρίζει.
«Εάν δεν υπάρξει σε αυτό το σημείο μια σύγκλιση, δεν μπορεί να ξεκινήσει η συζήτηση», ανέφερε.
Παρά τις διαφωνίες, υπογράμμισε ότι οι τρεις πυλώνες του ελληνοτουρκικού διαλόγου —πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης— παραμένουν ενεργοί.
«Η Ελλάδα έχει αποκτήσει πραγματική δυναμική και ισχύ»
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός αναφέρθηκε και στην πρόσφατη επίσκεψη του επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Ιμπραήλ Καλίν, στην Αθήνα.
Όπως εξήγησε, οι υπηρεσίες πληροφοριών γειτονικών χωρών διατηρούν διαχρονικά διαύλους επικοινωνίας και ανταλλάσσουν πληροφορίες για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Στο επίκεντρο, σύμφωνα με τον ίδιο, βρέθηκαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, το Ιράν, η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η ναυτική ασφάλεια, καθώς και οι εξελίξεις σε Λιβύη και Συρία και ζητήματα οργανωμένης τρομοκρατίας.
Ο κ. Γεραπετρίτης συνέδεσε τη συνεργασία αυτή και με τη μείωση των παράτυπων μεταναστευτικών ροών από τα ανατολικά, η οποία, όπως ανέφερε, φτάνει το 80%.
«Οι δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει να παραμένουν ανοικτοί με την Τουρκία», τόνισε, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι όλα τα ζητήματα πρέπει να συζητούνται με βάση το Διεθνές Δίκαιο.
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία και ισχύ στην εξωτερική της πολιτική, χωρίς να ετεροπροσδιορίζεται από άλλες χώρες.
Η αμυντική βιομηχανία ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός Εξωτερικών και στην αμυντική βιομηχανία, την οποία χαρακτήρισε σημαντικό διπλωματικό και γεωπολιτικό εργαλείο.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα είχε μείνει πίσω στον συγκεκριμένο τομέα, ωστόσο την τελευταία επταετία έχει καταγραφεί σημαντική ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της, τόσο μέσω εξοπλιστικών προγραμμάτων όσο και μέσω της αναβάθμισης της δομής των Ενόπλων Δυνάμεων και της έρευνας.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις γαλλικές φρεγάτες και τα αεροσκάφη Rafale, στην προμήθεια F-35 από τις ΗΠΑ, καθώς και στη συνεργασία με το Ισραήλ.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι ελληνικές συμμαχίες παραμένουν σταθερές, επισημαίνοντας ότι η Αθήνα διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, χώρες του αραβικού κόσμου και την Ινδία.
Μονή Σινά: Συνεργασία Ελλάδας και Αιγύπτου
Για τις σχέσεις με την Αίγυπτο, ο κ. Γεραπετρίτης υπογράμμισε τη σημασία τους για την ελληνική εξωτερική πολιτική, ενώ αναφέρθηκε ειδικότερα στην υπόθεση της Μονής Σινά.
Όπως είπε, Αθήνα και Κάιρο συνεργάζονται για τη διαμόρφωση ειδικού καθεστώτος για τη Μονή, μετά την επίτευξη προκαταρκτικής κατανόησης. Τόνισε, παράλληλα, ότι η τελική απόφαση για το μέλλον της συμφωνίας εναπόκειται στη μοναστική κοινότητα.
Ο υπουργός υπογράμμισε τη μοναδικότητα της Αγίας Αικατερίνης και τη σημασία της διατήρησης του ιδιαίτερου χαρακτήρα της Μονής, η οποία λειτουργεί εδώ και 15 αιώνες.
«Η Ελλάδα έχει καταστεί εξαγωγέας ασφάλειας»
Ο υπουργός Εξωτερικών αναφέρθηκε ακόμη στον αυξανόμενο ρόλο της Ελλάδας στον τομέα της περιφερειακής ασφάλειας.
Όπως είπε, η χώρα έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε «εξαγωγέα ασφάλειας», με δράσεις που αφορούν χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ.
Ειδική αναφορά έκανε στη συστοιχία Patriot στη Σαουδική Αραβία, σημειώνοντας ότι η παρουσία της υπηρετεί την ανακοπή επιθέσεων που θα μπορούσαν να έχουν ευρύτερες συνέπειες για την περιοχή, ενώ παράλληλα έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντική γεωπολιτική αξία.
Στο επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας η Ελλάδα
Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ιδιαίτερα σημαντική θέση στο διεθνές διπλωματικό σκηνικό, καθώς πρόκειται να αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και, σε λιγότερο από έναν χρόνο, την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, έθεσε ζήτημα μεταρρύθμισης του ΟΗΕ, επισημαίνοντας ότι το υφιστάμενο σύστημα λήψης αποφάσεων, που ανάγεται στη δεκαετία του 1950, αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες λόγω, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος βέτο.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, απέναντι σε παγκόσμιες προκλήσεις —από τις πανδημίες και τις επισιτιστικές κρίσεις έως την κλιματική κρίση και τις ένοπλες συγκρούσεις— η πολυμέρεια παραμένει, κατά την άποψή του, αναγκαία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανέδειξε τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας και τη δυνατότητά της να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με χώρες του Βορρά, του Νότου, της Ανατολής και της Δύσης.
Η σχέση με τις ΗΠΑ και η «διπλωματική διαφοροποίηση»
Τέλος, ο υπουργός Εξωτερικών στάθηκε στη σχέση Ελλάδας-ΗΠΑ, την οποία χαρακτήρισε άριστη, καθώς και στην ανάγκη διαφοροποίησης τόσο των ενεργειακών όσο και των πηγών ασφάλειας της Ευρώπης.
Όπως σημείωσε, η διεθνής συγκυρία έχει καταστήσει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για πολλαπλές και αξιόπιστες πηγές ενέργειας και ασφάλειας.
Παράλληλα, χαρακτήρισε κρίσιμη τη συζήτηση για την ευρωπαϊκή αμυντική ανθεκτικότητα και την ανάπτυξη κοινών αμυντικών προγραμμάτων.
«Η διπλωματική διαφοροποίηση, την οποία έχει σήμερα η Ελλάδα, δεν την είχε ποτέ», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων με διαφορετικούς διεθνείς εταίρους επιτρέπει στη χώρα να ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και να λειτουργεί με μεγαλύτερη αυτονομία, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από έναν εταίρο.