Ο δικηγόρος δεν είναι υποχρεωμένος να αυτοενοχοποιήσει τον εντολέα του.
Έχει όμως καθήκον αλήθειας. Και το καθήκον αλήθειας δεν είναι ρητορική επίκληση ούτε τυπική υποχρέωση. Είναι θεμέλιο της δίκαιης δίκης. Το άρθρο 116 ΚΠολΔ δεν είναι διακοσμητικό. Δεν είναι τυπική αναφορά.
Όποιος το παραβιάζει συστηματικά δεν είναι «μαχητικός». Είναι λειτουργός που έχει αποκοπεί από τον θεσμικό του ρόλο.
Υπάρχουν δικηγόροι που οικοδομούν τη «νίκη» πάνω στην παραπλάνηση.
Αυτό δεν είναι νομική δεξιοτεχνία. Είναι απάτη σε βάρος της δικαστικής κρίσης.
Τι γνωρίζουν – και τι σκόπιμα αποσιωπούν
Οι δικηγόροι των τραπεζών που τα τελευταία χρόνια έχουν οικοδομήσει την επιβίωσή τους πάνω στο σύστημα εκχωρήσεων, τιτλοποιήσεων , συνεργασιών με funds , εξωγχώριες εταιρείες και αναβαλλόμενους φόρους γνωρίζουν απολύτως το δίκαιο και τη νομολογία.
Γνωρίζουν ιδίως ότι:
-
με την αναγγελία εκχώρησης αποκόπτεται κάθε δεσμός του οφειλέτη με τον εκχωρητή,
-
ο εκδοχέας καθίσταται κύριος της απαίτησης με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της,
-
η δήλωση συμψηφισμού αποτελεί μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία με διαπλαστικό αποτέλεσμα
-
με την δήλωση συμψηφισμού επέρχεται απόσβεση της απαίτησης στο μέτρο που καλύπτεται από ανταπαίτηση,
-
ο συμψηφισμός επιφέρει αναδρομική απόσβεση, ανεξαρτήτως αποδοχής,
-
η δήλωση συμψηφισμού μπορεί να γίνει εξώδικα και δεν απαιτείται δικαστική απόφαση.
Αυτά δεν είναι θεωρία. Αυτά ορίζουν ο νόμος και η πάγια νομολογία.
Η θεσμική εκτροπή
Εφόσον υπάρχουν αντιρρήσεις ως προς το κύρος της νέας έννομης σχέσης που διαπλάσσεται με τον συμψηφισμό, ο νόμος προβλέπει ένα και μόνο θεσμικά έντιμο δρόμο:
την αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του καθ’ ύλη αρμόδιου δικαστηρίου.
Όταν όμως ο δικηγόρος δια της παραπλάνησης :
-
αποφεύγει να αναφερθεί στο διαπλαστικό γεγονός και βασίζεται στην εξαπάτηση και στην αναζήτηση “βοήθειας” κατάλυσης της δικονομίας προκειμένου ο συμψηφισμός να μην αποτελεί μονομερή ουσιαστική δικαιοπραξία με διαπλαστικό αποτέλεσμα, δεσμευτική για τα μέρη από τον χρόνο κατά τον οποίο οι αντίθετες απαιτήσεις συνυπήρξαν και ήταν δεκτικές συμψηφισμού.
-
αποφεύγει να ζητήσει δικαστική κρίση περί ύπαρξης ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσης,
- επιδιώκει να εμφανίζεται ότι η διάπλαση έννομης σχέσης δεν προϋπήρχε και εμφανίστηκε δήθεν το πρώτον στην δίκη.
-
επιχειρεί να εμφανίσει τη διάπλαση ως δήθεν «ανύπαρκτη» ή «αόριστη»,
τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι καλλιεργείται σκόπιμα παραπλάνηση ώστε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο ότι η έννομη σχέση δήθεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δίκη , ώστε να «αρπαχτεί» δια της απαξίωσης πλεονέκτημα πράξεων εκτέλεσης πάνω σε αποσβεσμένη απαίτηση..
Αυτός ο νομικός χειρισμός βασίζεται στην εξαπάτηση.
Στην αναζήτηση ανοχής, κάμψης ή κατάλυσης της δικονομίας , που φτάνει μέχρι του σημείου να παρουσιάζεται αποσβεσμένη απαίτηση ως δήθεν υφιστάμενη.
Ευθύνη επιλογής – όχι άγνοια
Οι τράπεζες δεν μπορούν να προσποιούνται άγνοια.
Όταν επιλέγουν τέτοιους νομικούς, συμμετέχουν.
Δεν είναι θύματα υπερβάλλοντος ζήλου.
Είναι ωφελούμενοι μιας πρακτικής που μετατρέπει τη δικονομία σε σκηνικό εξαπάτησης.
Οι τράπεζες οφείλουν να απομονώσουν δικηγόρους που εξαπατούν τα δικαστήρια, όχι από ευθιξία, αλλά από στοιχειώδη αυτοπροστασία.
Διότι τέτοιες πρακτικές δεν εκθέτουν μόνο τη Δικαιοσύνη.
Εκθέτουν και τις ίδιες τις τράπεζες σε αγωγές, ακυρώσεις και θεσμική απαξίωση.
Η Δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από το τραπεζικό σύστημα
Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί υπό όρους «συστημικού βάρους».
Δεν προσαρμόζεται στις ανάγκες ισχυρών Τραπεζικών ισολογισμών.
Αντιθέτως, το τραπεζικό σύστημα –όπως κάθε ισχυρός θεσμός– οφείλει να εξαρτά την πρακτική του από τη Δικαιοσύνη: από κανόνες, καθαρές διαδικασίες.
Το πρόβλημα δεν είναι αν μια τράπεζα κερδίζει ή χάνει μια υπόθεση.
Το πρόβλημα είναι η κοινωνία που ζητά Δικαιοσύνη για να την πιστεύει.
Η οικονομική σταθερότητα δεν προηγείται του κράτους δικαίου.
Το προϋποθέτει.