Η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται η EUROBANK και ο πληρεξούσιός της δικηγόρος Σπυρίδων Λάλας δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο σκληρής δικαστικής αντιπαράθεσης. Αποτελεί παράδειγμα μιας επικίνδυνης θεσμικής πρακτικής, που θέτει ευθέως ζήτημα σεβασμού της δικονομίας, της αλήθειας και του ίδιου του δικηγορικού λειτουργήματος.
Στα δικόγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον Δικαστηρίου, στο πλαίσιο πολιτικής δίκης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η EUROBANK, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Σπυρίδωνος Λαλά, προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται σε ευθεία αντίφαση με τα ίδια τα επίσημα έγγραφά της.
Συγκεκριμένα, ενώ υφίσταται έκθεση επίδοσης φέρουσα τη σφραγίδα της Γενικής Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της EUROBANK, από την οποία προκύπτει ότι η Τράπεζα ενημερώθηκε για την κοινοποίηση της υπ’ αριθ. 1146/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε δικόγραφο με υπογράφοντα τον προναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο της Τράπεζας διατυπώνεται ισχυρισμός σαν η επίδοση «ουδέποτε να περιήλθε στην αρμόδια υπηρεσία» και σαν η Τράπεζα να μην έλαβε εγκύρως γνώση του δικογράφου.
Όταν ένας πληρεξούσιος φτάνει στο σημείο να διαψεύδει με τα δικόγραφά του τη Γενική Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας —μια υπηρεσία που, κατά τα ίδια τα επίσημα έγγραφα, παραλαμβάνει δικόγραφα— για να ασκεί εκπρόθεσμες εφέσεις, τότε δεν μιλάμε για νομική κρίση. Μιλάμε για κατάργηση της πραγματικότητας. Για την αξίωση να γίνει δεκτό ότι η αλήθεια δεν έχει σημασία, παρά μόνο η χρησιμότητά της. Με τον τρόπο αυτό ευτελίζεται ευθέως η ίδια η Γενική Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της Τράπεζας και τα όργανά της.
Αυτή δεν είναι υπεράσπιση συμφερόντων. Είναι κατάχρηση ρόλου. Ο δικηγόρος παύει να λειτουργεί ως λειτουργός της Δικαιοσύνης και μετατρέπεται σε διαχειριστή αφήγησης, που διακατέχεται από αλαζονική πεποίθηση και ψευδαίσθηση ότι το σύστημα είναι φθαρμένο, ώστε να αντέχει οποιονδήποτε ισχυρισμό, όσο αντιφατικός ή προκλητικός κι αν είναι.
Η αλαζονεία δικηγόρου Τράπεζας υπό μορφή εξουσίας θράσους
Υπάρχουν στιγμές που η νομική πρακτική παύει να είναι πεδίο αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και μετατρέπεται σε ωμή άσκηση εξουσίας. Όχι εξουσίας θεσμικής, αλλά εξουσίας θράσους. Της πεποίθησης ότι «μπορώ να λέω ό,τι θέλω», γιατί το σύστημα είτε δεν θα αντιδράσει είτε δεν μπορεί να αντιδράσει.
Η περίπτωση του Σπυρίδωνα Λάλα , δικηγόρου του τραπεζικού συστήματος, είναι αποκαλυπτική αυτής ακριβώς της νοοτροπίας. Δεν πρόκειται για μια επιθετική υπερασπιστική γραμμή. Πρόκειται για συνειδητή απαξίωση της δικονομίας, της θεσμικής αλήθειας και –τελικά– της ίδιας της Τράπεζας που εκπροσωπεί.
Το αποτέλεσμα δεν πλήττει μόνο τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Πλήττει την ίδια την Τράπεζα.
Πίσω από αυτή την πρακτική αναδύεται κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η πεποίθηση ότι η δικονομία δεν είναι κανόνας, ότι η αλήθεια δεν είναι βάση της δικαστικής κρίσης, αλλά μεταβλητή. Ότι ο δικηγορικός ρόλος μπορεί να χρησιμοποιείται ως όπλο πίεσης, εκφοβισμού και σύγχυσης, χωρίς όρια και χωρίς αυτοσυγκράτηση.
Όμως η Δικαιοσύνη δεν είναι χώρος επίδειξης ισχύος. Και όταν επιχειρείται να μετατραπεί σε τέτοιον, η ευθύνη δεν είναι ατομική. Είναι θεσμική. Διότι αν τέτοιες πρακτικές γίνουν ανεκτές, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι πια ένας δικηγόρος ή μια υπόθεση. Θα είναι το ίδιο το κράτος δικαίου.
Ο δικηγόρος δεν είναι πάνω από τη δικονομία. Ούτε πάνω από την Τράπεζα που εκπροσωπεί. Και σίγουρα δεν είναι πάνω από την αλήθεια.
Όποιος πιστεύει το αντίθετο, δεν αποκαλύπτει τη δύναμή του. Αποκαλύπτει τη βαθιά του περιφρόνηση για τους θεσμούς που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Η ευθύνη εδώ δεν είναι απρόσωπη. Ο δικηγόρος που εκπροσωπεί έναν τραπεζικό οργανισμό δεν ενεργεί σε θεσμικό κενό. Όταν επιλέγει να εργαλειοποιήσει τη δικονομία, να υποβαθμίσει επίσημα έγγραφα ή να αμφισβητήσει την ίδια την εσωτερική λειτουργία του εντολέα του, τότε δεν εξαντλείται στα όρια της μαχητικής υπεράσπισης. Υπερβαίνει τον ρόλο του λειτουργού της Δικαιοσύνης και μετατρέπεται σε διαχειριστή αφήγησης, με μοναδικό κριτήριο τη σκοπιμότητα.
Το ζήτημα, όμως, αφορά την ίδια την EUROBANK, η οποία εμφανίζεται είτε να αγνοεί τι πράττουν οι υπηρεσίες της είτε να αποδέχεται τη θεσμική τους αποδόμηση στο ακροατήριο. Και αφορά, κυρίως, το κράτος δικαίου, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν η αλήθεια αντιμετωπίζεται ως διαπραγματεύσιμη και οι κανόνες ως εμπόδιο.
Η Δικαιοσύνη δεν αντέχει δικηγόρους που συμπεριφέρονται σαν να πιστεύουν ότι όλα είναι διεφθαρμένα — άρα όλα επιτρέπονται.
Η ατιμωρησία ως μέθοδος και η θεσμική ζημία που δεν μπορεί να αγνοείται άλλο. Ο ρόλος του λειτουργού της Δικαιοσύνης δεν είναι άδεια αυθαιρεσίας. Πειθαρχική δίωξη σε δικηγόρους που εργαλειοποιούν τον ρόλο τους και ευτελίζουν το λειτούργημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πειθαρχική ευθύνη δεν είναι υπερβολή ούτε προσωπική επίθεση. Είναι θεσμική ανάγκη. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και τα αρμόδια όργανα οφείλουν να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως περιπτώσεις όπου η άσκηση του δικηγορικού ρόλου εμφανίζεται να ευτελίζει το λειτούργημα και να ζημιώνει ακόμη και τον ίδιο τον εντολέα.
Γιατί όταν ο λειτουργός της Δικαιοσύνης παύει να πιστεύει στους κανόνες, δεν αποκαλύπτει τη διαφθορά του συστήματος. Αποκαλύπτει τη δική του.
Η αλαζονεία με την οποία προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι απλώς ύφος. Είναι αντίληψη εξουσίας. Η πεποίθηση ότι ο ρόλος του δικηγόρου μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα ατιμωρησίας, ότι όλα επιτρέπονται, ότι το σύστημα είτε είναι τόσο φθαρμένο είτε τόσο φοβικό, ώστε να μην αντιδρά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο δικηγόρος δεν λειτουργεί απλώς ως νομικός εκπρόσωπος. Λειτουργεί ως εκτελεστικό όργανο μιας κουλτούρας ατιμωρησίας. Χρησιμοποιεί τον ρόλο του όχι για να υπηρετήσει τη δικονομία, αλλά για να την εξουδετερώσει. Όχι για να πείσει το Δικαστήριο, αλλά για να το φέρει προ τετελεσμένων: «δεχθείτε το ή αγνοήστε το, εμείς συνεχίζουμε».
Η ανάγκη αυτεπάγγελτης πειθαρχικής δίωξης.
Τα ανωτέρω δεν συνιστούν γενικόλογες αιτιάσεις ούτε προσωπικές κρίσεις, αλλά αναφέρονται σε συγκεκριμένη πρακτική και αφορούν θεσμική συμπεριφορά δικηγόρου, όπως αυτή αποτυπώνεται σε δικόγραφα και δημόσια τεκμηριωμένο λόγο.
Το κράτος δικαίου δεν αντέχει «επαγγελματίες της αντίφασης», ούτε το «αδηφάγο» δικονομικό θράσος που, στο όνομα της δικονομικής σκοπιμότητας, εκθέτουν τους ίδιους τους εντολείς τους και ευτελίζουν τον ρόλο που καλούνται να υπηρετούν.
Όταν τέτοιες πρακτικές εμφανίζονται στα δικόγραφα, το ζήτημα παύει να αφορά μια απλή αντιδικία. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της νομικής λειτουργίας. Διότι αν ένας δικηγόρος μπορεί, χωρίς καμία συνέπεια, να αντιφάσκει κραυγαλέα τα ίδια τα έγγραφα του εντολέα του και να εμφανίζεται να διαψεύδει ακόμη και τις θεσμικές υπηρεσίες της Τράπεζας που εκπροσωπεί, τότε δεν πρόκειται για δικονομική επιλογή.
Η αλαζονεία με την οποία προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους. Είναι αντίληψη εξουσίας. Είναι η πεποίθηση ότι ο ρόλος του δικηγόρου μπορεί να εργαλειοποιηθεί ως ασπίδα ατιμωρησίας· ότι όλα επιτρέπονται· ότι το σύστημα είτε είναι τόσο φθαρμένο είτε τόσο φοβικό, ώστε τελικά δεν θα αντιδρά.
Ο ΔΣΑ ως Σύλλογος έχει ευχέρεια να ασκήσει πειθαρχική έρευνα και δεν πρέπει να αδιαφορήσει. Τα ανωτέρω αναφέρονται σε συγκεκριμένη πρακτική, και αφορά συγκεκριμένη θεσμική συμπεριφορά δικηγόρου.
Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, , η ιδιότητα του δικηγόρου δεν είναι άδεια ασυδοσίας. Είναι λειτούργημα. Και όταν η άσκησή του εκφυλίζεται σε μέσο θεσμικής απαξίωσης, τότε η σιωπή των αρμόδιων οργάνων δεν συνιστά ουδετερότητα.
Οι τράπεζες πρέπει να απομονώσουν δικηγόρους που εξαπατούν τα δικαστήρια