Νομικός Σχολιασμός Άρθρο 281 ΑΚ · Καταχρηστική Άσκηση Δικαιώματος
Όταν το 281 γίνεται το πλυντήριο της δικαστικής αυθαιρεσίας
Στον νομικό σχολιασμό, η υπόνοια παραδικαστικής δράσης είναι η πιο ακραία εξήγηση για μια «παράλογη» απόφαση. Ένας δικηγόρος , ωστόσο, δεν μπορεί να καταγγείλει παραδικαστικό κύκλωμα . Αυτό που κάνει ο σχολιαστής είναι να αναδείξει, την «κραυγαλέα αυθαιρεσία» και το «πρόδηλο σφάλμα» του σκεπτικού — προσφέροντας τα νομικά πατήματα ώστε οι αρμόδιοι θεσμοί να ξεκινήσουν τον αυτεπάγγελτο έλεγχο.
Προκλητικές αποφάσεις που χρησιμοποιούν το 281 ως πλυντήριο ανομίας ενέχουν, από μόνες τους, στοιχεία παραδικαστικών εξυπηρετήσεων. Και αυτές τις εξυπηρετήσεις — όχι την αόριστη έννοια — θα έπρεπε να στιγματίζει η επιθεώρηση Δικαστών του Αρείου Πάγου.
Α
Το άρθρο 281 ΑΚ ως «Πλυντήριο»
Το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα (περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος) είναι μία από τις λεγόμενες «αόριστες νομικές έννοιες». Πλάστηκε από τον νομοθέτη ως βαλβίδα ασφαλείας, για να αποδίδεται δικαιοσύνη εκεί όπου το γράμμα του νόμου είναι υπερβολικά σκληρό.
Όμως, ακριβώς επειδή είναι έννοια με μεγάλη ελαστικότητα, είναι και η πιο ευάλωτη σε κατάχρηση από την ίδια τη δικαστική έδρα.
Όταν ένα δικαστήριο θέλει να «διασώσει» μια παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, το να παρακάμψει ρητούς νόμους είναι δύσκολο και αφήνει έκθετο τον δικαστή. Αντίθετα, το να «βαφτίσει» τη συμπεριφορά του θύματος ως «καταχρηστική», επιστρατεύοντας το 281 ΑΚ, του δίνει ένα βολικό προπέτασμα καπνού. Η στρέβλωση κρύβεται πίσω από μια υποκειμενική ηθικολογική κρίση — και η αυθαιρεσία γίνεται πιο εύκολη.
Β
Όταν το σφάλμα «βοά»: η βαριά αμέλεια ως ένδειξη δόλου
Στο δίκαιο υπάρχει μια κλασική αρχή: η βαριά αμέλεια εξομοιώνεται σχεδόν με τον δόλο — magna culpa dolus est.
Όταν τα σφάλματα μιας απόφασης είναι πρόδηλα και επαναλαμβανόμενα, η δικαιολογία της «αυθαίρετης κρίσης» του δικαστή καταρρέει. Αν ο δικαστής:
- παραποιεί ή απαξιώνει το περιεχόμενο εγγράφων που βρίσκονται μπροστά του,
- απαξιώνει μάρτυρες και αποδέχεται αποδεδειγμένα ψευδομάρτυρες και
- καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που σοκάρει την κοινή λογική,
τότε η επιστημονική κοινότητα και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν έχουν ανάγκη να βρουν την απόδειξη της «συναλλαγής» , της « κάθε είδους εξυπηρέτησης» για να αντιληφθούν την ανομία. Η ίδια η ποιοτική κατάπτωση του σκεπτικού αποτελεί το τεκμήριο ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε για να αποδώσει δίκαιο, αλλά για να εξυπηρετήσει σκοπό.
Γ
Πώς αποτυπώνεται αυτό στον σχολιασμό;
Όταν ένας νομικός έρχεται αντιμέτωπος με μια τέτοια «προκλητική» απόφαση, ο σχολιασμός του γίνεται το πιο ισχυρό όπλο αποκάλυψης. Χωρίς καν να χρησιμοποιήσει ποινικούς όρους (περί παραδικαστικού), μπορεί να αποδομήσει την απόφαση «φωτογραφίζοντας» την εξυπηρέτηση:
Μοντέλο αποδόμησης — 01«Η υπαγωγή των περιστατικών στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο στερείται οποιουδήποτε δογματικού ερείσματος…»
Μοντέλο αποδόμησης — 02«Η απόφαση δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, καθώς μετατρέπει μια διάταξη επιείκειας σε όχημα νομιμοποίησης της αυθαιρεσίας…»
Μοντέλο αποδόμησης — 03«Τα λογικά άλματα του σκεπτικού είναι τόσο πρόδηλα, ώστε η απόφαση αποξενώνεται από τον σκοπό του δικαιοδοτικού οργάνου…»
Κόκκινη σημαία
Όταν ένας τέτοιος σχολιασμός δημοσιεύεται σε νομικά περιοδικά, λειτουργεί ως red flag. Είναι το υλικό που τροφοδοτεί τους ανώτατους δικαστές ή τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να παρέμβουν αυτεπάγγελτα, να πάρουν τη δικογραφία στα χέρια τους και να ξεκινήσουν τον πειθαρχικό και ποινικό έλεγχο του συγκεκριμένου δικαστή.
Δ
Όταν το 281 γίνεται δικονομικό φράγμα
Η κατάχρηση δεν σταματά στην ουσία της υπόθεσης. Όταν δικαστές θυσιάζουν την απόδοση δικαίου για να εξυπηρετήσουν δικηγόρους — σε υπόθεση συλλειτουργών που έχουν καταγγελθεί για πειθαρχικά παραπτώματα — και φτάνουν στο σημείο να δέχονται την εφαρμογή του 281 ΑΚ ακόμη και ως δικονομική ένσταση, ώστε να αποκλείουν το θύμα από την ίδια την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, τότε η εικόνα αλλάζει ριζικά.
Παράδειγμα από την πράξη
Έχει εμφανιστεί το εξής μοτίβο: διάδικος δικάζεται ερήμην, ύστερα από επίδοση σε διεύθυνση που δεν είναι η κατοικία του. Ασκεί ανακοπή ερημοδικίας — το ένδικο μέσο που υπάρχει ακριβώς για να ακουστεί όποιος δεν κλητεύθηκε νόμιμα — έχοντας μάλιστα επισημάνει εγγράφως ότι δεν συναινεί στην παράκαμψη της δικονομίας.
Αντί όμως να εξεταστεί το ελάττωμα της κλήτευσης, γίνεται δεκτή ένσταση καταχρηστικότητας (281 ΑΚ) και η ανακοπή απορρίπτεται — με το σκεπτικό ότι η εμμονή του διαδίκου στη νόμιμη διαδικασία συνιστά «κακοβουλία» και «παρέλκυση».
Το αποτέλεσμα είναι διπλά προβληματικό: η ίδια κρίση μπορεί να δέχεται την ένσταση «ως ουσιαστικά βάσιμη» και ταυτόχρονα να απορρίπτει την ανακοπή «ως απαράδεκτη» — δύο ασύμβατες κατηγορίες. Όταν η παράνομη και επιτηδευμένη αναγραφή διεύθυνσης τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο όσο και στην κλήτευση βαφτίζεται νόμιμη κλήτευση και η απαίτηση τήρησης του νόμου βαφτίζεται κακοβουλία, το 281 έχει πάψει να είναι βαλβίδα επιείκειας και έχει γίνει εργαλείο αποκλεισμού προς την δικαιοσύνη προς εξυπηρέτηση της παράνομης συμπεριφοράς.
Μιλάμε για υποχρέωση ελέγχου ύπαρξης παραδικαστικού κυκλώματος εσωτερικών εξυπηρετήσεων μεταξύ λειτουργών , συλλειτουργών και διαδίκων — όπου το άρθρο της επιείκειας μετατρέπεται σε εργαλείο που κλειδώνει την πόρτα του δικαστηρίου πριν καν ακουστεί το θύμα. Αυτή ακριβώς την εξυπηρέτηση — και όχι την αόριστη έννοια — θα κληθεί και καλείται να εξετάσει η Δικαιοσύνη .
Η επιθεώρηση των δικαστών από τον Άρειο Πάγο αποτελεί τον συνταγματικό θεσμό ελέγχου της επαγγελματικής τους επάρκειας. Διενεργείται ετησίως από ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς, όπως Αρεοπαγίτες και Αντεισαγγελείς, ενώ ανάλογα με το αντικείμενο μπορεί να διαταχθεί και έκτακτη επιθεώρηση. Θα πρέπει όμως και να λειτουργεί.
Η Επιθεώρηση θα πρέπει να εξετάσει τη χρονική και πραγματική αλληλουχία των γεγονότων, και την περίπτωση ελέγχου αν «φωτογραφίζεται» συγκάλυψη . Θα πρέπει συγκεκριμένα να ερευνήσει :
-
Την Ύπαρξη της Καταγγελίας: Στη δικογραφία υπήρχε ήδη η διαπιστωμένη πειθαρχική και ποινική εμπλοκή της δικηγόρου (η καταγγελία για τις σκοπίμως άκυρες επιδόσεις σε ανυπόστατες διευθύνσεις). Η δικαστής τελούσε σε πλήρη γνώση ότι η συγκεκριμένη «συλλειτουργός» ελέγχεται για βαρύτατα παραπτώματα.
-
Την Επιλογή της «Ασπίδας»: Αν αντί η δικαστής να σταθεί ως αμερόληπτος κριτής, λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας της καταγγελλόμενης δικηγόρου. Για να τη διασώσει, έπρεπε να «εξαφανίσει» το θύμα (τον πολίτη) από τη διαδικασία.
-
Την Κατασκευή του «Κόφτη»: Αν επειδή δεν μπορούσε να δικαιώσει τη δικηγόρο με βάση τα καθαρά δικονομικά έγγραφα (αφού η επίδοση ήταν ανυπόστατη), επιστράτευσε το 281 ΑΚ για να πετάξει την ανακοπή ερημοδικίας στα σκουπίδια ως «απαράδεκτη».
Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ σφάλματος και κυκλώματος είναι η σκοπιμότητα της εξυπηρέτησης:
-
Απλό σφάλμα υπάρχει όταν ένας δικαστής παρερμηνεύει μια διάταξη λόγω φόρτου εργασίας ή ελλιπούς μελέτης.
-
Παραδικαστική ανομία υπάρχει όταν η παραβίαση του νόμου γίνεται εργαλειοκεντρικά: χρησιμοποιείται δηλαδή ο νόμος (και μάλιστα μια διάταξη επιείκειας όπως το 281 ΑΚ) ως «πλυντήριο» για να παραχθεί ένα προαποφασισμένο αποτέλεσμα, το οποίο βολεύει την καταγγελλόμενη δικηγόρο και φιμώνει τον πολίτη.
Όταν ένας λειτουργός (δικαστής) χρησιμοποιεί την εξουσία του για να καλύψει τα πειθαρχικά ή ποινικά παραπτώματα ενός συλλειτουργού (δικηγόρου), τότε έχουμε πλήρη εκτροπή από το Κράτος Δικαίου, φορτώνοντας τον αντίδικό του και με καταδικαστικές αποφάσεις.
Εαν υπάρχει τέτοια περίπτωση αυτό δεν είναι απονομή δικαιοσύνης· είναι μια κλειστή κάστα εσωτερικών εξυπηρετήσεων που εκμεταλλεύεται θεσμικά προνόμια. Τότε δεν μιλάμε πλέον για ένα απλό, ανθρώπινο δικαστικό σφάλμα.
Ανακύπτει η άμεση θεσμική υποχρέωση των ανωτάτων οργάνων να ελέγξουν αν πίσω από αυτή την προκλητική μεθόδευση κρύβεται η λειτουργία εσωτερικών εξυπηρετήσεων.
Η αυθαιρεσία, όσο καλά κι αν κρυφτεί πίσω από νομικούς όρους, αφήνει πάντα ίχνη στο χαρτί.
Και τα ίχνη αυτά είναι που τελικά την προδίδουν.