Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η τράπεζα καρπώθηκε από την πτώση του Euribor, εκταμιεύοντας υπέρτερους των συμφωνηθέντων τόκους συνολικού ύψους 1.013.263 ευρώ. Όταν η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία προχώρησε σε δήλωση συμψηφισμού, όπως προβλέπει ο Αστικός Κώδικας, ξεκίνησαν τα «τυπικά», οι αοριστίες και οι ισχυρισμοί ότι τα στοιχεία… δεν είναι κατανοητά.
Η συναλλακτική σχέση ήταν σαφής: χρηματοδότηση τακτής λήξης με επιτόκιο Euribor προσαυξημένο με συμφωνημένο spread 1,4%. Η συμφωνία αυτή, όσο το επιτοκιο Euribor δεν είχε καθοδικές διακυμάνσεις εξ αρχής εφαρμοζόταν απαρέγκλιτα και οι εκτοκισμοί ταυτίζονταν πλήρως με τα δημοσιευμένα επιτόκια του European Money Market Institute (EMMI) και τα τραπεζικά statements.
Μετά την κατακόρυφη πτώση των επιτοκίων Euribor, η τράπεζα όφειλε να προσαρμόσει τις χρεώσεις. Δεν το έκανε. Εχοντας πάγια εντολή να λαμβάνει τους συμφωνημένους τόκους από τον λογαριασμό της εταιρείας συνέχισε να εκταμιεύει τόκους σαν τα επιτόκια να μην είχαν μειωθεί, οδηγώντας σε υπέρτερες εκταμιεύσεις και αποκομίζοντας τη διαφορά χωρίς συμβατική ή νόμιμη βάση. Η ζημία δεν προκύπτει από θεωρίες ή «εκτιμήσεις». Προκύπτει αριθμητικά από τα ίδια τα τραπεζικά έγγραφα, από τις κινήσεις των λογαριασμών, από τα επίσημα δημοσιευμένα επιτόκια Euribor, και από την απλή αντιπαραβολή συμφωνίας και πραγματικών χρεώσεων.
Από την ανάλυση αυτή προέκυψαν συγκεκριμένες, χρονολογημένες και απολύτως προσδιορισμένες απαιτήσεις κατά της τράπεζας. Απαιτήσεις με αριθμούς, όχι με ερμηνείες
Οι απαιτήσεις αυτές στηρίζονται αποκλειστικά σε τραπεζικά δεδομένα. Δεν αντικρούστηκαν ποτέ με αντίθετο υπολογισμό. Η τράπεζα δεν είπε ότι οι τόκοι είναι σωστοί, ούτε ότι οι πίνακες είναι λανθασμένοι. Απλώς δεν απάντησε στους αριθμούς.
Οι απαιτήσεις εκχωρήθηκαν νομίμως, με συμβάσεις που μετέφεραν κάθε συναφές δικαίωμα, και αναγγέλθηκαν κανονικά στην τράπεζα. Στη συνέχεια κατατέθηκαν ρητές δηλώσεις συμψηφισμού, με πλήρη ανάλυση λογαριασμών, περιόδων, ποσών, επιτοκίων, μαθηματικής μεθοδολογίας.
Το νομικό αποτέλεσμα είναι σαφές: απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων καθ’ ό μέρος καλύπτονται.
Αντί απάντησης επί της ουσίας, η τράπεζα δεν αρνήθηκε τα επιτόκια, δεν αρνήθηκε τα ποσά, δεν αρνήθηκε τις ημερομηνίες, δεν αρνήθηκε τα ίδια της τα έγγραφα. Οι αριθμοί ήταν απολύτως κατανοητοί , αλλά έγιναν «μη προσδιορίσιμοι» όταν ενεργοποίησαν συμψηφισμό και απόσβεση απαιτήσεων.
Οι «επαΐοντες» νομικοί που επιλέγουν να στηρίζουν τον χειρισμό υποθέσεων σε ατεκμηρίωτες και αόριστες αιτιάσεις, αποκομμένες από τα πραγματικά δεδομένα και τα ίδια τα έγγραφα της υπόθεσης, δεν πλήττουν απλώς τον αντίδικο. Πλήττουν ευθέως τη θεσμική λειτουργία του λειτουργήματος που υποτίθεται υπηρετούν .
Με το πρόσχημα ότι «δεν καταλαβαίνουν» αριθμούς, εκχωρήσεις και δηλώσεις συμψηφισμού που τους έχουν νομίμως κοινοποιηθεί παραβλέπουν συνειδητά την διάπλαση νέας έννομης σχέσης .
Με χαρακτηριστικά επιθετικής και αδηφάγου στρατηγικής, αδιαφορώντας για την ιστορία, τη διαδρομή, την υπόληψη και την επαγγελματική αξιοπρέπεια επιχειρήσεων, ορισμένοι νομικοί μετατρέπονται σε μηχανισμούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τη μεθοδολογία που ακολουθείται.
Όταν τα ζητήματα αναδεικνύονται, οι νομικοί της Τράπεζας που δεν θίγονται στο παραμικρό , πέραν της, παρά την παράβαση του καθήκοντος αληθείας, καταβολής αμοιβής για την παράστασή των , με περίσσεια θράσους ομιλούν και επικαλούνται τη δική τους προσωπική τιμή, υπόληψη και επαγγελματική αξιοπρέπεια.
Και είναι βέβαιο ότι ούτε οι ίδιοι δεν θα τολμούσαν να διανοηθούν τι θα συνέβαινε αν οι ρόλοι αντιστρέφονταν.
Οι τράπεζες πρέπει να απομονώσουν δικηγόρους που εξαπατούν τα δικαστήρια