Η αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεως για “Δίκαιη Ελλάδα” και οι εξαγγελίες περί απαιτούμενου νέου δικαστικού χάρτη που θα βασίζεται στην ψηφιοποίηση, για εσωτερικό έλεγχο της δικαιοσύνης, για ταχεία και ποιοτική απονομή δικαιοσύνη αποτελεί απόδειξη ότι τα πράγματα στην Δικαιοσύνη πρέπει να φτιάξουν. Το ζητούμενο είναι η παύση της αδικίας, απο την καθυστερημένη και μη ποιοτική απονομή της δικαιοσύνης που πλήττουν το Κράτος Δικαίου.
Περίτρανο παράδειγμα για το τι σημαίνει καθυστέρηση και ποιότητα απονομής δικαιοσύνης, αποτελεί η υπόθεση ΙΝΩ ΚΑΡΕΛΙΑ κατά ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΡΕΛΙΑ, που αφορά την προστασία του κληρονομικού δικαιώματος και τον θεσμό της οικογένειας.
Η υπόθεση αυτή άρχισε το 1999 όπου ασκήθηκε η περί κλήρου αγωγή και χρειάστηκαν 16 ολόκληρα έτη για να εκδοθεί οριστική Πρωτόδικη απόφαση (126/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας ). Τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε μετά από 18 χρόνια (υπ΄ αριθμ. 54/6.11.2017 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας). Ο Άρειος Πάγος, έκρινε την υπόθεση στις 30.6.2019 και για 2 χρόνια δεν την δημοσίευε. (ΑΠ 455/5.4.2021).
Εδώ πια δεν μιλάμε μόνο για καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης αλλα και για καθυστέρηση δημοσίευσης, κριθείσας απόφασης. Είκοσι (20) χρόνια «μελέτης» !! Η απίστευτα μακροχρόνια απονομή δικαιοσύνης δεν δικαιολογείται.
Από τις δημοσιογραφικές πληροφορίες προκύπτει ότι σχετικά με την υπόθεση ΙΝΩ ΚΑΡΕΛΙΑ, είχε ασκηθεί αγωγή για λογοδοσία (αίτημα παροχής πληροφοριών) , είχε εκδοθεί το 2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου (υπ΄αριθμ. 18/2004), η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή αμετάκλητα (υπ΄αριθμ. 1638/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου) . Επί της αγωγής για λογοδοσία η πλευρά ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΡΕΛΙΑ δεν προέβαλε ενστάσεις περι καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, περι αποδυνάμωσης δικαιώματος και περι παραγραφης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία όταν σε δίκη, με αίτημα την παροχή πληροφοριών για την κληρονομία, δεν προβάλλονται καταχρηστικές ενστάσεις, από τη σχετική απόφαση μετά την τελεσιδικία της, δημιουργείται δεδικασμένο που καλύπτει και μη προβληθείσες καταχρηστικές ενστάσεις έτσι ώστε σε μεταγενέστερη δίκη, αγωγής περί κλήρου, μεταξύ των αυτών διαδίκων, να μη δύναται, ως προσκρούουσα στο εν λόγω δεδικασμένο, να εξετασθεί ένσταση του εναγομένου περί αποσβέσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για προσβολή της διαθήκης. Τα ανωτέρω προβλέπονται από αποφάσεις τμημάτων και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Η Δικαιοσύνη εξέδωσε μετά από 18 χρόνια απόφαση, παραβλέποντας νομολογιακά δεδομένα , και λήφθηκαν υπόψη ενστάσεις που υπό κανονικές νομικές συνθήκες αποκλείοντο.
Όπως πληροφορηθήκαμε είναι σε εξέλιξη νέα δικαστική αντιπαράθεση μεταξύ των αντίδικων ΚΑΡΕΛΙΑ , που αφορά την διάγνωση της πλαστότητας της διαθήκης ΚΑΡΕΛΙΑ ΙΩΑΝΝΗ.
α) Σύμφωνα με πληροφορίες Πρωτοδίκης του Δικαστικού Μεγάρου Καλαμάτας , απέφυγε να διαγνώσει την πλαστή / άκυρη διαθήκη και χωρίς να προταθεί από καμία πλευρά “ανακαλύφθηκε” δεδικασμένο χωρίς να υπάρχει (απόφαση 42/2022 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας). Το Εφετείο Καλαμάτας με την υπ΄ αριθμ. 23/2023 απόφασή του, ακύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση.
Είναι βέβαιο ότι αν ο κάθε δικαστικός λειτουργός είχε συνέπειες για την “αυθαίρετη” υπέρβαση της κρίσης του που συναντάται συνήθως σε μεγάλου αντικειμένου διαφορές για να μην “διαταράσσουν τις “ισορροπίες” των ισχυρών του πλούτου, δεν θα υπήρχαν τα δικαστικά παράδοξα , δεν θα υπήρχε η αίσθηση της μεροληπτικής Δικαιοσύνης , της παραγγελόμενης δηλαδή αλά καρτ νομιμότητας.
β) Η δίκη στο Εφετείο Καλαμάτας έγινε ερήμην της πλευράς ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ ΚΑΡΕΛΙΑ . Παρά το γεγονός ότι είναι πάγια η νομολογία ότι όταν οι διάδικοι ερημοδικούν και δεν επαναφέρουν νομοτύπως τις πρωτόδικες προτάσεις των, οι ενστάσεις των δεν λαμβάνονται υπόψη, το Εφετείο Καλαμάτας παραδόξως τις έλαβε. Έτσι και πάλι αποφεύχθηκε δικαστική κρίση περί της πλαστότητας της διαθήκης ΚΑΡΕΛΙΑ.
Η πλευρά των κληρονόμων του Κωνσταντίνου ΚΑΡΕΛΙΑ , που αποτελεί τον σημαντικότερο μέτοχο κατέχοντας μετοχές άνω του 44% φαίνεται να νέμεται τα κεκτημένα αποφεύγοντας κρίση της διαπίστωσης εγκατάστασης στον πλούτο από πλαστή διαθήκη, «απολαμβάνοντας» το αποτέλεσμα της παράκαμψης της νομολογίας, των “ευρηματικών δεδικασμένων” , της αλλοίωσης των παραδοχών και μη εφαρμογής της νομολογίας . !!
Τέτοια φαινόμενα αποτελούν πρωτοφανή περιφρόνηση της Δικαιοσύνης. Τέτοια δικαστικά παράδοξα, που συνήθως εμφανίζονται σε υποθέσεις που σχετίζονται με μεγάλου αντικειμένου διαφορές πρέπει να ελέγχονται, να στιγματίζονται , για να μην υπάρχει έντονη η αίσθηση της αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας και ιδιαίτερα η αίσθηση της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης για την εξυπηρέτηση του Πελατειακού Κράτους.
Η Πολιτεία πρέπει να ελέγχει, και να προστατεύει τον πολίτη όταν διαπιστώνεται επιβολή κάθε μορφής κατάχρησης εξουσίας. Ο πολίτης απευθύνεται στην Δικαιοσύνη για να λύσει το πρόβλημά του και όχι για να γίνει μέσο και πηγή εξυπηρέτησης αναγκών και συμφερόντων τρίτων.
Μόνο ο έλεγχος αντικειμενικότητας μπορεί να δημιουργήσει Δίκαιο Κράτος, θα ενδυναμώσει το κύρος της δικαιοσύνης, θα δημιουργήσει ασφάλεια δικαίου, θα δημιουργήσει ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, θα επιβεβαιώσει ότι η δημοκρατία λειτουργεί και ότι ο Πυλώνας δεν έχει ρωγμές, θα δημιουργήσει μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, γιατί ο καθένας θα ξέρει ότι θα δραστηριοποιείται σε ένα Δίκαιο Κράτος που ελέγχονται τα πάντα , προστατεύεται ο πολίτης και όχι σε ένα Κράτος που κρατά όμηρο τους συναλλασσόμενους του στα γρανάζια της μεροληψίας ή της ανεπάρκειας.
Έλεγχος αντικειμενικότητας σημαίνει έλεγχος της παραποίησης του ιστορικού , της παράλειψης στοιχείων που συνήθως γίνεται προκειμένου η ελάσσονα σκέψη να “εξυπηρετεί” την μείζονα και την υπαγωγή των αλλοιωμένων παραδοχών για να λαμβάνονται υπόψη απαράδεκτες ενστάσεις και μη εφαρμόσιμα νομολογιακά δεδομένα ώστε να δημιουργείται εύνοια σε ορισμένους και αδικία σε άλλους.
Όταν η Πολιτεία γνωρίζει και αδιαφορεί τότε υπάρχει ενδιαφέρον διατήρησης της ανομίας, στοχευμένης εξυπηρέτησης συμφερόντων, εργαλειοποίηση θεσμών και ανασφάλεια Δικαίου.
Ο Πολίτης ακούει ότι ο σημαντικότερος πυλώνας της Δημοκρατίας είναι η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη που χρειάζεται μεταρρυθμίσεις που δεν μπορεί να γίνουν χωρίς την παρέμβαση της Πολιτείας στους κανόνες λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Ακούει ότι οι προαγωγές, τοποθετήσεις και ηγεσία των ανώτατων δικαστικών λειτουργών αποτελούν επιλογές της εκάστοτε πολιτικής διακυβέρνησης.
Όλοι οι πολιτικοί προεκλογικά υπόσχονται Δικαιοσύνη αλλά στο τέλος φαίνεται να “μοιράζεται” πολλή αδικία.
Από την στιγμή που υπουργοί και πρωθυπουργοί κρίνονται για την αποτελεσματικότητα των, την εντιμότητα των, το έργο και την συνέπεια των, δεν μπορεί να εξαιρούνται από τον έλεγχο οι δημόσιοι λειτουργοί, που με τις δικές των κρίσεις δημιουργούν έντονη τοξικότητα μεταξύ της Πολιτείας και των πολιτών, συνθήκες Κράτους μη Δικαίου .
Μεταρρυθμίσεις στην Δικαιοσύνη σημαίνει διαφάνεια και έλεγχος. Σημαίνει διόρθωση των κακώς κείμενων, καταπολέμηση της διαφθοράς και όχι συγκάλυψή της με “την βούλα”.
Ευημερία , ποιότητα δικαιοσύνης, πρόοδος και Δίκαιο Κράτος σημαίνει αναβάθμιση του Κράτους σε Δίκαιο Κράτος , σημαίνει έλεγχος της αντικειμενικότητας της Δικαιοσύνης, έλεγχος της αντινομίας, των παραδόξων, των εφαρμοστέων κανόνων , των αιτιολογιών . Σημαίνει συνέπειες και παύση αναβάθμισης, αυτών που μεροληπτούν διότι λειτουργούν σε βάρος των εντίμων δικαστών και της ευημερίας της κοινωνίας.
Όταν υπάρχουν καταγγελίες ελέγχου αντινομίας, τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να λειτουργούν “συναδελφικά” αλλά αμερόληπτα για να μην υπάρχει επ’ ουδενί η αίσθηση ότι στο χώρο της Δικαιοσύνης έχει επικρατήσει η ανοχή στην αντινομία.
Η κριτική των δικαστικών αποφάσεων δεν είναι απλώς θεμιτή. Είναι επιβεβλημένη και πρέπει να γίνεται ώστε να διαφυλάσσεται και η προσωπικότητα των πολιτών.
Το ζοφερό τοπίο που συνθέτουν οι καταγγελίες περί διαφθοράς στον ευαίσθητο χώρο της Δικαιοσύνης και παραβατικής συμπεριφοράς λειτουργών της προβληματίζει έντονα τους έντιμους δικαστές και εισαγγελείς, οι οποίοι αποδοκιμάζουν έντονα τα φαινόμενα, επιζητώντας την «αυτοκάθαρση» του Σώματος.
Στους προβληματισμούς που αναπτύσσονται συζητείτο στο παρελθόν και η πρόταση για δημιουργία ενός ειδικού σώματος, των «αδιάφθορων» της Δικαιοσύνης, που θα διερευνά αποκλειστικά και θα ελέγχει τις περιπτώσεις επίορκων δικαστικών λειτουργών.
Οι δύο μεγάλες δικαστικές Ενώσεις (Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος) και στο παρελθόν είχαν συνεδριάσει , και ζήτησαν την ταχύτατη διαλεύκανση των καταγγελιών , ώστε «υπαίτιοι δικαστές να αποβάλλονται από το Σώμα».
Η επιείκεια που συχνά επιδεικνύεται σε μεμονωμένα κρούσματα δικαστών, οι οποίοι με τη δράση τους αμαυρώνουν τη μεγάλη πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, ενθαρρύνει πολλές φορές.
Ομοφώνως αποδοκιμάζονται τα φαινόμενα αυτά και από τις δύο δικαστικές ενώσεις, με την επισήμανση ότι «η γενίκευση μεμονωμένων φαινομένων οδηγεί σε κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στην απαξίωση του θεσμού, γεγονός που είναι άδικο και επικίνδυνο».
Οταν “πειράζονται” οι παραδοχές για να δημιουργείται εύνοια σε κάποιους υπάρχει “οσμή παραδικαστικού”.
Πολλές φορές τόνιζαν οι πρόεδροι της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, ότι «οποιοδήποτε κρούσμα διαφθοράς πρέπει να πατάσσεται αμέσως και με τρόπο αμείλικτο. Είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που δεν χωρεί ίχνος επιείκειας». Επίσης ότι «τα φαινόμενα διαφθοράς είναι υπαρκτά, είναι όμως μεμονωμένα και οι συνάδελφοι που εμπλέκονται θα απομονωθούν και θα αποπεμφθούν από το Σώμα».
Τα πειθαρχικά όργανα πρέπει πάντα να λειτουργούν, να επιλαμβάνονται των υποθέσεων ώστε οι πολίτες να εμπιστεύονται την ελληνική Δικαιοσύνη και να μην επηρεάζονται από τα μεμονωμένα κρούσματα, τα οποία δεν έχουν την αξία που τους προσδίδεται.
Με τη δημοσιευθείσα στις 11.5.2023 απόφασή του το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι πρέπει αμερόληπτα να υπάρξουν διαδικασίες ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων , και να μην αφήνεται περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία των πολιτών ως προς τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
