Οι τράπεζες οφείλουν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικές όταν αναθέτουν τον χειρισμό κρίσιμων υποθέσεων σε κάποιους νομικούς που αντιμετωπίζουν κάποιες διαφορές ως ευκαιρία αποδόμησης του αντιδίκου, επιχειρώντας —μέσω δικονομικών τεχνασμάτων και επιλεκτικής αμφισβήτησης— την απαξίωση πραγματικών δεδομένων και τη μεθοδευμένη υποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, με σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημίας.
Ιδίως όταν η ίδια η τράπεζα αποφεύγει να αναγνωρίσει τη ζημία που έχει προκαλέσει, αποκομίζοντας όφελος από την πτώση των επιτοκίων Euribor, τα οποία έντεχνα δεν απέδιδε στους αντισυμβαλλομένους της, παρά τη ρητή επιτοκιακή συμφωνία που προέβλεπε spread 1,4% επί του Euribor.
Συνιστά πρόκληση η επιλογή νομικού χειρισμού που μεθοδεύει την παράβλεψη της αποδεδειγμένης υφαρπαγής τόκων και επιχειρεί, επιπροσθέτως, την υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων, παρά την ανυπαρξία οφειλής λόγω απόσβεσης απαιτήσεων. Τέτοιες πρακτικές δεν συνιστούν απλώς δικονομικά ατοπήματα· καταλήγουν αναπόφευκτα στην ανάδειξη βαθύτερων θεσμικών εκτροπών.
Όταν ο νομικός χειρισμός αγνοεί επιλεκτικά αριθμούς, εκχωρήσεις και δηλώσεις συμψηφισμού και επιλέγει συνειδητά να «μην καταλαβαίνει», το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς η εκδήλωση νομικής αδηφαγίας σε βάρος ιδιώτη, αλλά η αποκάλυψη ενός προβλήματος θεσμικής συμμετρίας.
Διότι δεν μπορεί, αφενός, η νόμιμη εκχώρηση μεταξύ ημεδαπών εταιρειών να παραβλέπεται ή να βαφτίζεται «αόριστη», προκειμένου να ακυρώνεται συμψηφισμός που έχει ήδη διαπλάσει νέα έννομη σχέση, και αφετέρου, όταν πρόκειται για τραπεζικές εκχωρήσεις απαιτήσεων μέσω τριγωνικών συναλλαγών και μεταβιβάσεων σε εξωχώρια funds και θυγατρικές τραπεζών, από τις οποίες τραπεζικά έσοδα μεταφέρονται και αποδομούνται εκτός ελληνικής επικράτειας, να θεωρείται ότι όλα είναι «μέλι-γάλα», χωρίς ουσιαστικό εποπτικό έλεγχο.
Γιατί όταν τα ίδια νομικά εργαλεία κρίνονται έγκυρα ή ανύπαρκτα ανάλογα με το ποιον εξυπηρετούν, το πρόβλημα δεν είναι δικονομικό. Όταν τα αόριστα γίνονται ορισμένα και τα απολύτως ορισμένα βαφτίζονται αόριστα, δεν μιλάμε πια για νομική ερμηνεία. Μιλάμε για ασύμμετρη εφαρμογή του δικαίου — και για σοβαρό ζήτημα ευθύνης και αξιολόγησης απατηλών πρακτικών.
Το θεσμικό ζήτημα από την Τράπεζα της Ελλάδος
Όταν τραπεζικά έσοδα από τόκους και χρηματοδοτήσεις μεταφέρονται μέσω εκχωρήσεων και τιτλοποιήσεων σε αλλοδαπές εταιρείες ειδικού σκοπού, εγκατεστημένες σε δικαιοδοσίες με ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, τότε ΔΕΝ πρόκειται απλώς για χρηματοοικονομική τεχνική αλλά για δομημένες πρακτικές μεταφοράς φορολογητέας ύλης εκτός ελληνικής επικράτειας. Πρόκειται για Τραπεζικά έσοδα που αφου πρώτα απαξιωθούν κατά την μεταβίβαση μέσα από τις εκχωρήσεις των Τραπεζών μεταφέρονται εκτός ελληνικής επικράτειας, αφορολόγητα, μαζί με τις παραγόμενες υπεραξίες .
Πρακτικές που, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχουν ήδη ελεγχθεί και χαρακτηριστεί ως επιθετική φοροαποφυγή — και «πληρώθηκαν ακριβά», όχι θεωρητικά, αλλά με βαριά πρόστιμα, αναδρομικές επιβαρύνσεις και θεσμικό κόστος.
Σε αυτό το σημείο, το ζήτημα παύει να αφορά έναν ιδιώτη, μια επιχείρηση ή μια μεμονωμένη δικαστική διαφορά. Μετατρέπεται σε ζήτημα εποπτείας. Διότι αν η Τράπεζα της Ελλάδος δεν βλέπει —ή επιλέγει να μη βλέπει— τότε το πρόβλημα δεν είναι νομικό. Είναι εποπτικό.
Και τότε το ερώτημα αφορά το αν η εποπτική αρχή υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ή αν ευνοεί ένα σύστημα όπου τα έσοδα «ταξιδεύουν», οι ζημίες μένουν και η αοριστία λειτουργεί ως εργαλείο αποφυγής ελέγχου.
Δεν γίνεται να επιτρέπεται η συστηματική μεταφορά τραπεζικών εσόδων μέσω εκχωρήσεων σε εξωχώριες εταιρείες και SPVs, η χρήση τριγωνικών συναλλαγών που αποσυνδέουν το έσοδο και την φορολογία από την ελληνική φορολογική επικράτεια, η επιλεκτική αναγνώριση της εκχώρησης , χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός εποπτικός έλεγχος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί αυτές τις πρακτικές; Ή απλώς παρακολουθεί σιωπηλά ένα σύστημα όπου οι απαιτήσεις «ταξιδεύουν» κανονικά όταν πρόκειται να εισπραχθούν αλλού; Ελέγχει αν οι εκχωρήσεις χρησιμοποιούνται για φορολογική μετατόπιση εσόδων; Ελέγχει αν οι τριγωνικές συναλλαγές μέσω εκχωρήσεων αλλοιώνουν τη φορολογική βάση στην Ελλάδα;
Ή μήπως η εποπτεία περιορίζεται σε έναν ρόλο θεσμικής σιωπής, που εκ των πραγμάτων ευνοεί τη μεταφορά εσόδων εκτός Ελλάδας και την αποφυγή ουσιαστικού ελέγχου;
Διότι όταν η εποπτική αρχή δεν βλέπει —ή επιλέγει να μη βλέπει— το αποτέλεσμα είναι τα Τραπεζικά έσοδα να «διοχετεύονται εκτός ελέγχου», οι αριθμοί να μην εξετάζονται και η έννοια της νομιμότητας να γίνεται επιλεκτική.
Και τότε το ερώτημα δεν αφορά πλέον τις τράπεζες. Αφορά το ίδιο το σύστημα εποπτείας και το κατά πόσο αυτό υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ή απλώς ανέχεται τη στρέβλωσή του.
Από το Euribor στο Cum/Ex: όταν οι «τεχνικές» γίνονται μηχανισμός
Στη Γερμανία, στη Δανία, στη Γαλλία και σε άλλα κράτη-μέλη, οι λεγόμενες πρακτικές Cum/Ex και Cum/Cum παρουσιάστηκαν αρχικά ως «τεχνικές φορολογικού σχεδιασμού». Στην πράξη αποδείχθηκαν μηχανισμοί συστηματικής αποστράγγισης δημόσιων εσόδων, μέσω τριγωνικών συναλλαγών, αδιαφανών εκχωρήσεων και τεχνητής αποσύνδεσης της οικονομικής ουσίας από τη νομική μορφή.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι εποπτικές αρχές —και όχι μόνο οι φορολογικές— επενέβησαν όταν διαπίστωσαν ότι οι τράπεζες: χρησιμοποιούσαν νομικά οχήματα για να «εξαφανίζουν» την πραγματική εικόνα των συναλλαγών, και επικαλούνταν την πολυπλοκότητα ως ασπίδα κατά του ελέγχου.
Το μοτίβο ήταν κοινό μεταβίβαση απαιτήσεων ή δικαιωμάτων σε εξωχώριες ή χαμηλής φορολόγησης οντότητες, πολλαπλές «τεχνικές» μετακινήσεις της ίδιας οικονομικής αξίας, σύγχυση ως προς το ποιος δικαιούται τι, και, τελικά, απώλεια φορολογικών εσόδων για το κράτος.
Οι ευρωπαϊκές αρχές, όταν άρχισαν να συνδέουν τα λογιστικά δεδομένα με την πραγματική οικονομική ουσία, κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: η νομιμότητα δεν κρίνεται από το αν ένα σχήμα είναι περίπλοκο, αλλά από το αν εξυπηρετεί πραγματική συναλλαγή ή αποκλειστικά τη μετατόπιση εσόδων.
Στην Ελλάδα, όμως, φαίνεται να αναπαράγεται το ίδιο σχήμα μέσα από τις εκχωρήσεις τραπεζικών απαιτήσεων σε SPVs, funds και εξωχώριες θυγατρικές, οι αριθμοί να μετακινούνται, η ευθύνη χάνεται και ο έλεγχος αποφεύγεται.
Η εμπειρία του Cum/Ex δεν δίδαξε τίποτα. Διότι όταν η πτώση των επιτοκίων μετατρέπεται σε αύξηση χρεώσεων, όταν οι εκχωρήσεις λειτουργούν επιλεκτικά τότε δεν μιλάμε απλώς για νομικές αστοχίες.
Μιλάμε για δομικό πρόβλημα εποπτείας, ακριβώς από εκείνα που η Ευρώπη πλήρωσε ακριβά —και αποφάσισε, σε άλλες χώρες να ελέγξει.
https://thepressproject.gr/i-stratigiki-upostiriksi-tis-eurobank/
Οι τράπεζες πρέπει να απομονώσουν δικηγόρους που εξαπατούν τα δικαστήρια