Ο προϊστάμενος του τελωνείου Νίκης ανέφερε ότι είχε διαπραχθεί λαθρεμπορία τσιγάρων «με το τέχνασμα της εικονικής εξαγωγής, από μία πολυάριθμη οργάνωση», στην οποία συμμετείχαν και τελωνειακοί υπάλληλοι, με προεκτάσεις σε αλλοδαπές χώρες. Η οργάνωση «είχε διαμορφώσει μία πολύπλοκη δομή για τη μεταφορά, απόκρυψη και διάθεση του λαθρεμπορεύματος, με τη χρησιμοποίηση αλλοδαπών οδηγών, μεταφορικών οχημάτων και αποθηκευτικών χώρων, με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους».
Να σημειωθεί ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, μεταξύ άλλων, διαπίστωσαν ότι η αρμόδια τελωνειακή υπάλληλος καταχωρούσε μεν σε κάποια χρονική στιγμή (3.30μ.μ.) στο πληροφοριακό σύστημα του Τελωνείου την εξαγωγή των τσιγάρων, αλλά σε άλλη άσχετη χρονική στιγμή (9.30 μ.μ.) και αφού είχε λήξει η βάρδιά της, καταχωρούσε στο βιβλίο σφραγίδων ότι είχαν τεθεί σφραγίδες στα φορτηγά. Παράλληλα, δεν γινόταν η αναγκαία ενημέρωση του προϊσταμένου της βάρδιας για τις επίμαχες εξαγωγές. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι στα βιβλία του τελωνείου της γειτονικής χώρας και σε συγκεκριμένες επίμαχες ημερομηνίες δεν υπήρχαν αντίστοιχες καταχωρήσεις εισόδου φορτηγών με τσιγάρα από την Ελλάδα.
Τα τσιγάρα φορτώθηκαν σε φορτηγό Δημόσιας Χρήσης και μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη και από εκεί με ευθύνη του Ζ’ Τελωνείου μεταφέρθηκαν στο Τελωνείο Νίκης. Στη συνέχεια η καπνοβιομηχανία ζήτησε τη λύση των εγγυήσεων, καθώς τα τσιγάρα είχαν εξαχθεί.
Ωστόσο, εμπιστευτικό έγγραφο του υπουργείου Οικονομικών προς το Τελωνείο Καλαμάτας μπλόκαρε τη λύση των εγγυήσεων και ανέλαβε την υπόθεση το ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο διαπίστωσε ότι τα παραστατικά εξαγωγής «είχαν συνταχθεί με παράνομες ενέργειες υπαλλήλων του Τελωνείου εξόδου, καθώς πιστοποιούσαν την εξαγωγή προϊόντων, που δεν είχαν εξαχθεί από το ελληνικό έδαφος».
Τελικά οι ελεγκτές κατέληξαν ότι είχε διαπραχθεί λαθρεμπορία τσιγάρων, καθώς «ψευδώς είχε βεβαιωθεί από τους τελωνειακούς υπαλλήλους» ότι είχαν εξαχθεί οι επίμαχες ποσότητες των τσιγάρων και ότι «τα τσιγάρα δεν είχαν εξαχθεί από την Ελλάδα». Το διά ταύτα των ελεγκτικών αρχών ήταν ότι είχε διαπραχθεί «το αδίκημα της λαθρεμπορίας μέσω εικονικών εξαγωγών».
Η καπνοβιομηχανία , τόσο στο Διοικητικό Πρωτοδικείο όσο και στο Διοικητικό Εφετείο έχασε τις δικαστικές μάχες και προσέφυγε στο ΣτΕ, ζητώντας να αναιρεθούν οι σε βάρος της εφετειακές αποφάσεις.
Το αποκαλούμενο «Φορολογικό Τμήμα» του ΣτΕ, “βρήκε” την λύση. Αναίρεσαν τις εφετειακές αποφάσεις για 18 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΥΡΩ και απέρριψαν τις αναιρέσεις για 4 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΥΡΩ.
Το ίδιο Τμήμα του ΣτΕ, άλλα αποφαίνεται την μία φορά , όταν είναι να επιστραφούν 18 ΕΚΑΤΟΜΜΎΡΙΑ ευρώ στην ΚΑΡΕΛΙΑ και άλλα για ίδιες υποθέσεις όταν αυτές αφορούν 4 ΕΚΑΤΟΜΜΎΡΙΑ ΕΥΡΩ,
Έτσι το έτος 2018 το Β’ Τμήμα του ΣτΕ, με την υπ’ αριθμ. 2346/2018 απόφασή του, συνεδρίασε στις 24 Οκτωβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β’ Τμήματος, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Αγ. Σδράκα, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι, έκανε δεκτή την αίτηση του ΚΑΡΕΛΙΑ και της καπνοβιομηχανίας και ακύρωσε την από 31/3/2008 καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου του Τελωνείου Νίκης
Αντίθετα, το ίδιο Τμήμα του ΣτΕ με πέντε αποφάσεις του (1920-1924/2020) που συνεδρίασε με την εξής σύνθεση: Μ. Πικραμένος, Aντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Β. Πλαπούτα, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Γ. Φλίγγου, Χρ. Νέγρης, Πάρεδροι. απέρριψε τις αιτήσεις της καπνοβιομηχανίας με τις οποίες ζητούσε να ακυρωθούν αντίστοιχες καταλογιστικές πράξεις για λαθρεμπορία τσιγάρων ύψους 4.681.318 ευρώ.
ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΕΞΑΓΩΓΕΑ ΚΑΤΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ !!!
ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΙ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ “ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ”